Συνοικίες της παλιάς Θεσσαλονίκης

Κατά καιρούς προσπαθώ να συλλέξω τις οδούς της παλιάς Θεσσαλονίκης και να κάνω την αντιστοίχιση με τις σημερινές οδούς, όπου υπάρχουν ακόμη δηλαδή.

saloniki Συνοικίες της παλιάς Θεσσαλονίκης

Αυτή τη φορά όμως κατάφερα να συγκεντρώσω μια λίστα με πολλές συνοικίες της Θεσσαλονίκης του 1911 με έναν κάπως παράδοξο τρόπο, αν και ασφαλή. Κάπου στο τέλος του καλοκαιριού – αρχές φθινοπώρου του 1911 υπήρξε μια επιδημία χολέρας στη Θεσσαλονίκη που άφησε πίσω της πολλούς νεκρούς. Λίγο πριν την επιδημία, είχε ξεκινήσει να κυκλοφορεί η εφημερίδα Μακεδονία στην οποία υπήρχε καθημερινώς μια λίστα με τα θύματα της χολέρας ανά συνοικία.

Οι συνοικίες όπως θα δείτε είναι πολλές. Λογικά ήταν μικρές περιοχές, γειτονιές, μαχαλάδες δηλαδή και δε φαντάζομαι πως είναι όλες. Ας τις δούμε όμως…

Διαβάστε τη συνέχεια »

O μπαρμπα Στέργιος της παλιάς Θεσσαλονίκης

Τον μπαρμπά Στέργιο τον γνώρισα πολλά χρόνια μετά το θάνατο του, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου. Λαμβάνω την τιμή λοιπόν να σας τον συστήσω. Το πότε ακριβώς πέθανε δε το γνωρίζω, όμως σίγουρα έζησε τουλάχιστον μέχρι το 1900 όπου τον συναντά ο άγγλος G.F Abbott κατά την περιήγηση του στη Θεσσαλονίκη.

Έντεκα χρόνια αργότερα, ο μπαρμπα Στέργιος θα λάβει μέρος στο κοινωνιολογικό μυθιστόρημα του Γεωργίου Σκωτ με τίτλο “Τα απόκρυφα της Θεσσαλονίκης” το οποίο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες κατά τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας της εφημερίδας Μακεδονία. Ο συγγραφέας τοποθετεί την ιστορία του μεταξύ 1800 και 1900 χωρίς να διευκρινίζει ακριβώς το πότε. Σύμφωνα με την εφημερίδα οι χαρακτήρες αυτοί έζησαν στην πόλη, όμως εφόσον είναι μυθιστόρημα -αν και κοινωνιολογικό- δε γνωρίζω που σταματά η πραγματικότητα και που αρχίζει η φαντασία. Όπως και να έχει καταλαβαίνουμε ότι εν έτη 1911 ο μπαρμπα Στέργιος δε ζούσε πλέον. Δε κατάφερα να βρω ποιος ήταν ο Σκωτ, όμως λογικά ήταν κάτοικος της Θεσσαλονίκης σε αντίθεση με τον Abbot.

Όμως ας δούμε ποιος ήταν ο μπαρμπα Στέργιος…

Σύμφωνα με τον Abbott στο βιβλίο του “Songs of Modern Greece” ο μπαρμπα Στεριος έμοιαζε να ενσωματώνει όλα τα χαρακτηριστικά του Ομηρικού Δημόδοκου. Δηλαδή ήταν γέρος και τυφλός. Όμως ούτε η ηλικία του, ούτε η αναπηρία του τον εμπόδιζαν να πηγαίνει στην αγαπημένη του θέση έξω από την πύλη της Καλαμαριάς, στη Θεσσαλονίκη. Κάθε απόγευμα καθόταν σταυροπόδι στην άκρη του δρόμου κάτω απο την σκιά του βενετικού τοίχους και σχηματίζε γύρω του έναν κύκλο ακροατών που μαζεύοταν λόγω του διαπεραστικού ήχου της λύρας του από κοντά και μακρυά.

Χωρίς εξέδρες μα με ταπεινά ρούχα και το χαρακτηριστικό τουρμπάνι της εποχής καθόταν έξω από την πύλη της Καλαμαριάς ο μπαρμπα Στέργιος. Το ακροατήριο του δεν ήταν βασιλιάδες, μα φτωχοί όπως και ο βάρδος μας. Παρόλη τη φτώχεια τους όμως δε ξεχνούσαν ποτέ να προσφέρουν μερικά νομίσματα ή άλλα αγαθά στην τσάντα του μπαρμπα Στεργιου που κρεμόταν ανοιχτή στο πλευρό του.

Στα πιο λυπητερά τραγούδια τα μάτια του μπαρμπα Στέριου γέμιζαν δάκρυα αλλά και το κοινό του δεν έμενε ασυγκίνητο. Όσο πιο λυπητερό ήταν το τραγούδι τόσο περισσότερα νομίσματα συγκέντρωνε ο μπαρμπα Στέριος.

Το ρεπερτόριο του ειχε να κανει με τις επιτυχίες ή τη δυστυχία μερικών ηρώων της Φθοιώτιδος, της πατρίδας δηλαδή του μπαρμπα Στεριου. Αυτη και οι γειτονικες περιοχες ηταν ξακουστες στο συγχρονο ελληνικο φολκλορ ως τα σπιτια των αρματωλών και κλεφτών. Τα ονοματα του Ανδρούτσου και του Μπότσαρη είναι τόσα γνωστά στους σύγχρονους Ελληνες όπως τα ονόματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα στους πρόγονους τους.

Κάπως έτσι μας περιγράφει τον μπαρμπα Στέριο ο Abbott στο βιβλίο του και καταλαβαίνουμε πως ήταν μια γνωστή φιγούρα της Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή. Δε περίμενα πως θα έβρισκα περισσότερα στοιχεία για το μπαρμπα Στέριο μα δεν έφυγε απο τη σκέψη μου. Ώσπου όπως συμβαίνει συνήθως με κάτι που τραβά την προσοχή μου, τον ξαναβρήκα μπροστά μου στο κοινωνιολογικό μυθιστόρημα του Σκώτ.

Γράφει λοιπόν ο Σκωτ (και απλοποιώ λίγο την γλώσσα του κι εγώ)…

Πολλοί των συγχρόνων θυμούνται βεβαίως τον τυφλό γέροντα Μπαρμπα Στέργιο με την αρχαϊκή λύρα του καθισμένο σταυροπόδι παρά την πύλην της καλαμαριάς και παίζοντα διάφορα δημώδη άσματα που συνόδευε πάντοτε και δια της έρρινου φωνής του.

Το ρυτιδωμένο πρόσωπο του, το λευκό μουστάκι του και το επίσης λευκό και αραιό γένι του πρόδιδαν άνθρωπο που ξεπέρασε το 60ο έτος της ηλικίας του την εποχή που ξεκινά η διήγηση μας.

Κοντού μάλλον αναστήματος με κυανό σαρίκι στο κεφάλι σύμφωνα με την τότε επικρατούσα συνήθεια των χωρικών και παμπάλαιο πανωφόρι, ριγμένο πάντοτε χειμώνες και καλοκαίρια στους ώμους, ο μπαρμπα Στεργιος ήταν γνωστός σε ολους τους θεσσαλονικεις οι οποιοι διερχόμενοι από το μέρος που κάθονταν έριχναν τον όβολο τους στο ταψάκι που είχε στα γόνατα του πάντοτε.

Από το χάραμα μέχρι τη δύση του ήλιου ακούγονταν παρα την πυλην της καλαμαριας τα εξοχα δημώδη τραγουδια του μπαρμπα Στεργιου, οι δε ηχοι της παμπαλαιας λύρας του ακούγονταν σε μακριά αποστασην καυθμηροί μονοτονοι και ενοχλητικοι πολλές φορές στους κατοίκους της περιοχής.

Η Θεσσαλονίκη την εποχή εκείνη ήταν πολύ διαφορετική όσο αφορά τουλάχιστον το τμήμα αυτό. Έξω από την πύλη της Καλαμαριας δεν υπήρχαν τότε ούτε η ωραία κρήνη, το συντριβάνι, ούτε η ευρεία λεωφορος ουτε η κανονικότατη δεντροστοιχια, ούτε τα μεγαλοπρεπεπή και ωραία κτήρια που κοσμούν σήμερα την λεωφόρο αυτήν. Όγκοι χώματος του εδαφους βαθεως εσκαμμενου , λοφοι πετρών και ασβεστου επι του τμηματος τουτου, του γεμάτου εως τοτε χόρτων και αγκαθιών μαρτυρούν οτι είχε στραφεί ήδη η προσοχή των δημοτικών αρχόντων και των ιδιωτών, προς χρησιμοποίηση των λαμπρών εκείνων, αλλά εν αχρηστία εως τότε ευρισκόμενων οικοπέδων.

Ο μπαρμπά Στέργιος κατοικούσε εις τον Κάμπον, συνοικία της Παναγίας Δεξιας (Αγίου Υπατίου) σε οικία ξύλινη μονόροφον και παμπαλαια. Μόνος με το ραβδί του πήγαινε απο το σπίτι του στην πύλη και γυρνούσε το βράδυ.

Όπως βλέπουμε η περιγραφή του Σκωτ δε διαφέρει και τόσο από την περιγραφή του Abbott παρόλο που ο καθένας από την πλευρά του προσθέτει και διαφορετικά κομμάτια στο παζλ της ιστορίας του μπαρμπα Στέρ(γ)ιου μας.

Στο κοινωνιολογικό μυθιστόρημα του Σκωτ υπάρχουν πολλές ακόμη πληροφορίες που αφορούν τη ζωή του μπαρμπα Στέργιου, όμως εφόσον δεν έχουμε άλλη πηγή (προς το παρόν) δε ξέρω κατά πόσο ευσταθούν ή ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας του συγγραφέα. Ας τις δούμε όμως…

Με λίγα λόγια, ο μπαρμπα Στέργιος δε γεννήθηκε φυσικά τυφλός και ούτε ζητιάνευε από μικρός. Ήταν ένας καλοστεκούμενος κύριος που αγάπησε μια νέα τη Ζήτσα. Η νέα αυτή όμως, είχε και μια κουφάλα φίλη, τη Μαρία, που επίσης γούσταρε τον μπαρμπα Στέργιο. Της έβαλε λοιπόν λόγια πως ο Στέργιος αγαπά άλλη και αφού την πήγε πρώτα σε μια μουσουλμάνα μάγισσα της Θεσσαλονίκης κάπως τα κατάφερε και την σκότωσε. Το πως δε το ξέρω γιατί έλειπαν ορισμένα φύλλα της εφημερίδας. Από εκεί που ξανάρχισε η ιστορία, η Μαρία είναι παντρεμένη με τον Στεργιο και για κάποιο λόγο που πιθανώς αφορά το θάνατο της Ζήτσας, πρέπει να φύγει από το σπίτι ενα απόγευμα για να μην την υποπτευθούν οι αστυνόμοι. Ο Στέργιος σουρωμένος δεν την άφηνε και η Μαρία του πέταξε κεζάπ στα μάτια και την έκανε.

Τον μπαρμπα Στέργιο τότε τον πήγανε στο νεοσύστατο νοσοκομείο Θεαγένειο όμως όπως ήδη καταλαβαίνετε έχει τυφλωθεί. Δε νομίζω ότι μιλάμε για το σημερινό Θεαγένειο στη θέση που βρίσκεται αλλά για παλαιότερο νοσοκομείο της πόλης, πιθανότατα αφορά το παλιό Θεαγένειο που βρισκόταν στον χώρο του Μητροπολιτικού ναού, περίπου στη γωνία των σημερινών οδών Μητροπόλεως και Κούσκουρα.

Η Μαρία που στη συνέχεια του κοινωνιολογικού μυθιστορήματος αναφέρεται ως κυρά Στεργίνα έχει ήδη μπλέξει με τα αλάνια της καμάρας, κάνει διάφορες βρωμοδουλειές που ουσιαστικά αυτές ειναι το ρεζουμέ του μυθιστορήματος και όχι ο μπαρμπα Στεργιος μας, και αργότερα εξαφανίζεται και απο τα αλάνια μαζί με δυο κλεμμένα παιδιά.

Εντωμεταξύ, η παράγκα του μπαρμπα Στέργιου λειτουργεί και ως λημέρι για τα αλάνια, μια και από κάτω υπάρχουν υπόγειοι διαδρόμοι που διακλαδώνονται στην πόλη. Πολλά χρόνια αργότερα, η κυρα Στεργίνα επιστρέφει στη Σαλονίκη και εντοπίζεται από τα αλάνια ξανά.

Ο μπαρμπα Στεργιος ζητάει από το αρχι-αλάνι να τη συναντήσει και έτσι μια μέρα του την πάνε στην παράγκα. Δε προλαβαίνουν να πούν και πολλά και τα αλάνια βάζουν φωτιά στην παράγκα για να τους κάψουν και τους δύο αφενώς γιατί θέλαν να εκδικηθούν την κυρά Στεργίνα αφετέρου γιατί πλέον οι άλλοι χαρακτήρες του μυθιστορήματος υποπτεύθηκαν το λημέρι τους και θέλουν να εξαφανίσουν τα ίχνη τους, μαζί και τον μπαρμπα Στέργιο που ήξερε πολλά.

Η κυρά Στεργίνα καταφέρνει και πάλι να τη γλυτώσει μέσω των υπόγειων διαδρόμων αλλά ο μπαρμπα Στέργιος μας καίγεται μαζί με την παράγκα του.

Να ζήσουμε λοιπόν και να τον θυμόμαστε τον μπαρμπα Στέρ(γ)ιο της παλιάς Θεσσαλονίκης που γέμιζε ήχους την πόλη μας κάποτε.

Οι εμπρηστές της παλιάς Θεσσαλονίκης

Μια από τις μεγαλύτερες φωτιές της Θεσσαλονίκης συνέβη το 1917.  Η ιστορία μας είναι γνωστή και υπάρχει γενικότερα και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Τι σχέση είχε όμως η πόλη με τις φωτιές τα προηγούμενα χρόνια;

Από τον G. F. Abbot (The tale of a tour in Macedonia, 1903) μαθαίνουμε πως οι φωτιές, ή μάλλον οι εμπρησμοί στη Θεσσαλονίκη του 1900 ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο. Τόσο συνηθισμένο που αν μια νύχτα δεν έπιανε φωτιά μέσα στην πόλη ήταν παράξενο για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης.

“Περίπου τα μεσάνυχτα ακούγονται δύο κανονιοβολισμοί από το φρούριο της πόλης οι οποίοι συνοδεύονται από  τη φασαρία των περίστροφων και μερικές φορές και από τις κωδονοκρουσίες της εκκλήσιας. Όμως, αν ο ήχος δεν ακούγεται κοντά στο σπίτι σου, δε χρειάζεται να ενοχληθείς. Τα ποδοβολητά κάτω από το παράθυρο σου και οι φωνές “Yanguin Var” θα σε ενημερωσουν πως είναι απλώς μια φωτιά.

Αυτοί οι νυχτερινοί συναγερμοί είναι τόσο συνηθισμένοι όπως το κράξιμο των πετεινών. Οι φωτιές υπολογίζονται σε 8 με 9 κάθε εβδομάδα και οι καλοί Θεσσαλονικείς είναι τόσο μαθημένοι σε αυτές ώστε στις σπάνιες περιπτώσεις που ο ύπνος τους δεν διακόπτεται από τέτοια συμβάντα μπορείς να ακούσεις τον παρακάτω διάλογο την ώρα του πρωϊνού:

- Δεν είχαμε φωτιά χθες το βράδυ.

- Όχι, αλλά θα έχουμε σίγουρα μια σήμερα

Τα πρόχειρα /φτηνά υλικά από τα οποία ήταν κατασκευασμένα τα σπίτια και ο μικρός χώρος στον οποίο συνωστίζονταν καθώς και η στενότητα των δρόμων θα ήταν επαρκής εξήγηση για τη συχνότητα των καταστροφικών πυρκαγιών αν δεν υπήρχε κάτι ακόμα: Το κατάστημα ή το σπίτι από το οποίο ξεκινούσε η φωτιά, στις 99 από τις 100 περιπτώσεις τύχαινε να είναι ασφαλισμένο και να ανήκει είτε σε Εβραίο είτε σε Χριστιανό. Αυτή η περίσταση συνδυασμένη με το γεγονός ότι οι περιουσίες των Μουσουλμάνων – που δεν έγκριναν τις ασφάλειες  μια και το θεωρούσαν ασέβεια στη θέληση του Αλλάχ – σπάνια έπιαναν φωτιά κάνει τον σκεπτόμενο παρατηρητή να κουνάει το κεφάλι του.

Στην πραγματικότητα, αυτά τα “ατυχήματα”  μπορούν να ρίξουν λίγο μακάβριο φως στην ηθική των Εβραίων και των ντόπιων Χριστιανών· έτσι φαίνεται να σκέφτονται τις ασφαλιστικές εταιρίες του Λονδίνου που μετά τη μεγάλη φωτιά του 1891 κατάργησαν τα γραφεία τους στη Θεσσαλονίκη.

Εκείνη η φωτιά κατέστρεψε το 1/4 της Θεσσαλονίκης συμπεριλαμβανομένης της περιοχής των Εβραίων και του παλιού Ελληνικού Καθεδρικού και μετέτρεψε σε ερείπια το τζαμί της Αγίας Σοφίας, ένα από τα καλύτερα δείγματα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Όμως οι φήμες, που δεν είναι πάντοτε ψεύτικες, ψιθυρίζουν ότι σε αυτή την περίπτωση η φωτιά ήρθε σε συμφωνία με μια επίσημη κλήτευση για καθαρισμό της περιοχής για την εκτέλεση συγκεκριμένων σχεδίων που μελετήθηκαν από ένα φιλόδοξο αλλά άφραγκο δημοτικό συμβούλιο.”

Σε ένα άλλο κομμάτι του βιβλίου, ο περιηγητής μας, έχει νοικιάσει μια βάρκα και κάνει βόλτα στο Θερμαϊκό μαζί μέ έναν φίλο του μια νύχτα που η πόλη είχε γιορτή και αναφέρει…

“Ένα κόκκινο σύννεφο καπνού σχηματίστηκε στον ουρανό από τη δυτική άκρη της πόλης όπου το παζάρι ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Πύρινες γλώσσες φωτιάς και σπίθες ακολούθησαν και ένας διπλός κανονιοβολισμός από τα κάστρα επιβεβαίωσε την υποψία μου. Η συντροφιά μου, που ήταν κάτοικος Θεσσαλονίκης, παρατήρησε ήρεμα:

- Κάποιος βρήκε την ευκαιρία με τη γιορτή να κάψει το μαγαζί του.

Δυο ώρες αργότερα όπως επέστρεφα στο σπίτι μου είδα τους πυροσβέστες να πηγαίνουν για τη διάσωση.”

Γενικότερα μας είναι γνωστή η μεγάλη φωτιά της Θεσσαλονίκης του 1917, όμως όπως καταλαβαίνουμε σημαντική ήταν και η φωτιά του 1891 (Εδώ να σημειώσουμε ότι το 1891 χτίστηκε το Κονάκι – τροφή για παραπέρα σκέψη). Επίσης καταλαβαίνουμε από το κείμενο πως οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί επιδίδονταν συχνά στο σπορ του εμπρησμού για τις αποζημιώσεις που λάβαιναν από τις ασφαλιστικές εταιρίες που άνοιξαν γραφεία στην πόλη τους. Κάποιοι εγγλέζοι προφανώς δεν κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα με την κουτοπονηριά των Σαλονικιών οπότε μάζεψαν τα μπογαλάκια τους για άλλη παραλία.

Να προσθέσουμε ότι στη Θεσσαλονίκη του 1901 λειτουργούσαν 22 ασφαλιστικές εταιρίες¹ όπου είχαν μάλιστα συστήσει και συνδικάτο με το όνομα ” Συνδικάτο των εν Θεσσαλονίκη Εργαζομένων Εταιριών Ασφάλειας κατά του πυρός”. Από τις 22 αυτές εταιρίες μία μόνο ήταν ελληνική, η “Εθνική Ασφαλιστική” που εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1891 (δηλαδή σε χρονιά που έπιασε φωτιά η πόλη).

Όταν ξανακάηκε η Θεσσαλονίκη το 1917 όπου καταστράφηκε πολύ μεγάλο μέρος της πόλης, δεκαπέντε ασφαλιστικές εταιρίες πληρωσαν το ποσό των 96.350.000 δραχμών. Δε γνωρίζω την αγοραστική αξία της δραχμής το 1917, όμως βρήκα πως  η δραχμή μετά το 1902 ανατιμήθηκε με αποτέλεσμα το 1912 μία δραχμή να ισούται με ένα γαλλικό φράγκο, ισοτιμία που διατηρήθηκε μέχρι το 1918².

Πηγές

¹ Η διαδρομή της ασφαλιστικής αγοράς στη Β. Ελλάδα – Π.Βοτσαρίδης – Πανεπιστήμιο Μακεδονία [link]

² Από τη δραχμή στο ευρώ – Σμαράγδα Αρβανίτη [link]

Χάρτης Θεσσαλονίκης 17ος αιώνας – Piri Reis

Ενας εικαστικά πανέμορφος χάρτης της Θεσσαλονίκης βρέθηκε στο flickr από το Walters Art Museum Illuminated Manuscripts, λάτρεψα τα χρώματα του. Ο χάρτης αυτός βασίστηκε στον αρχικό χάρτη του Piri Reis to 1525 για τον Sultan Süleyman I.

thessaloniki 17c map Χάρτης Θεσσαλονίκης 17ος αιώνας   Piri Reis

Για μεγένθυση πατήστε εδώ. Αν ψάξετε λίγο στο ίδιο σετ φωτογραφιών θα βρείτε και άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Το μετάξι της Θεσσαλονίκης

Πιάνοντας το νήμα, που στην περίπτωση μας είναι και μεταξωτό, ακολουθείς μονοπάτια που σε βγάζουν σε άγνωστους προορισμούς. Κι ας είναι ακόμα κάτω από τα πόδια σου.

Το βαμβάκι που εξήχθη από τη Θεσσαλονίκη το 1847 είχε αξία 8.805.357 γροσιών και το μαλλί 1.416.980 γροσιών. Η συνολική αξία των αγροτικών προϊόντων που εξήχθησαν από τη Θεσσαλονίκη –με 1.373 πλοία– ανήλθε το 1847 σε 87.429.974 γρόσια.
Στο ποσό αυτό τα δημητριακά αντιπροσωπεύουν τις 66.869.083 γρόσια. Ο καπνός ακολουθεί αμέσως μετά τα δημητριακά με 5.174.560 γρόσια. (1850, J. Jonesco – Η Θεσσαλονίκη των Περιηγητών)

Οι “μεταξωτές” ιστορίες των περιηγητών της Θεσσαλονίκης πολλές. Το γιατί το έμαθα μετά από 3 δεκαετίες (και κάτι ψιλα) που ζω στη Θεσσαλονίκη παραμένει άγνωστο. Εμένα για το μετάξι από το Σουφλί μου έλεγαν τόσα χρόνια.

Που είναι οι μουριές και το μετάξι που μπορεί να βγάλει αυτη η ευλογημένη και πολυαγαπημένη γη; Τι απέγινε;

Προς Δήμαρχο Θεσσαλονίκης, ενταύθα

Αγαπητέ Δήμαρχε Θεσσαλονίκης,

Θα ήθελα να σας συγχαρώ ιδιαιτέρως για την εκπληκτική εμφάνιση της πλατείας Αριστοτέλους τις ημέρες αυτές.

Πραγματικά, ο επισκέπτης της πόλης μας μένει άφωνος καθώς θαυμάζει την υπέροχη αυτή πλατεία.

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν στο παγοδρόμιο έρχονται σε μια όμορφη αντίθεση με τα αποκριάτικα νέον στις κολώνες. Επιπρόσθετα τα νερά που τρέχουν καθημερινώς στην πλατεία Αριστοτέλους από το παγοδρόμιο, είναι ένας πανέξυπνος τρόπος να πλένουμε τα παπούτσια μας, τόσο έξυπνος που απορώ γιατί δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα.

Κατηφορίζοντας την πλατεία Αριστοτέλους, ο επισκέπτης γεμίζει κέφι με τα χαρούμενα πρόσωπα των αποκριάτικων αγαλμάτων μας. Οι Θεσσαλονικείς πάλι, σταματούν κάθε πρωί μπροστά τους για να γεμίσουν θετική ενέργεια. Οι πιο τυχεροί από όλους όμως είναι οι ταξιτζήδες που έχουν πιάτσα εκεί μπροστά γιατί βλέπουν τα χαρωπά αποκριάτικα αγάλματα μας περισσότερη ώρα από τους υπόλοιπους.

Κατηφορίζοντας λιγάκι ακόμη την πλατεία Αριστοτέλους, ο επισκέπτης μένει άναυδος με την πρωτοτυπία αυτής της πόλης που σκέφτετε τους έρμους τους ανθρώπους που έχουν βγει βόλτα μακρυά απο την πολυαγαπημένη τους τηλεόραση, καθώς και τους άστεγους που δε διαθέτουν τηλεόραση. Για να μην νοιώσουν την έλλειψη της τηλεόρασης προβάλλονται διαφημίσεις επάνω στα γνωστότερα κτήρια της πλατείας Αριστοτέλους.

Σε περίπτωση που ο επισκέπτης της πόλης δεν αποφασίσει να συνεχίσει να κατηφορίζει την πλατεία Αριστοτέλους ώστε να πέσει στο Θερμαϊκό είμαι σίγουρη πως θα σας έδινε θερμά συγχαρητήρια για το καλό σας γούστο.

Είμαι σίγουρη πως το μόνο που έχετε στο μυαλό σας είναι η άριστη εικόνα της αγαπημένης μας πόλης για την οποία φροντίζετε νυχθημερόν.

Page 1 of 1012345»...Last »