Ελπίδα

Τέσσερα κεριά έκαιγαν απαλά φωτίζοντας το σκοτεινό δωμάτιο. Η νύχτα ήταν τόσο ήσυχη που μπορούσες να τα ακούς να σιγοψιθυρίζουν…

“Είμαι η Ειρήνη, όμως κανένας δε φροντίζει να διατηρεί τη φλόγα μου, μάλλον θα πρέπει να αποχωρήσω”, ακούστηκε να ψιθυρίζει το πρώτο κερί και αργόσβησε.

“Είμαι η Πίστη, μα κανένας δε φαίνεται να με χρειάζεται πλέον, οπότε δεν υπάρχει νόημα να παραμένω αναμμένη”, είπε το δεύτερο κερί την ώρα που ένα απαλό αεράκι έσβηνε τη φλόγα του.

“Είμαι η Αγάπη, δεν έχω την αντοχή να διατηρήσω τη φλόγα μου. Οι άνθρωποι δε μου δίνουν σημασία και δεν κατανοούν την αξία μου. Έχουν πάψει να αγαπάνε ακόμα και τα πιο κοντινά τους άτομα.” ψιθύρισε το τρίτο κερί και έσβησε.

Ένα μικρό κοριτσάκι άνοιξε ξαφνικά την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Κοίταξε τα σβησμένα κεριά και με βουρκωμένα μάτια τους είπε: “Γιατί δεν είστε αναμμένα; Θα έπρεπε να είστε αναμμένα μέχρι το τέλος”

Τότε μοναχά μίλησε το τέταρτο κερί. “Μη κλαις, της είπε. Όσο υπάρχω εγώ και διατηρώ τη φλόγα μου, μπορούμε να ανάψουμε και πάλι τα σβησμένα κεριά. Το όνομα μου είναι Ελπίδα…”

Οι μεγάλοι άνθρωποι

Άγρυπνη ως συνήθως το πρωί σκάλιζα λίγο ακόμα τους κώδικες μου για το BlogSpace μέχρι που άκουσα φωνές αγωνίας έξω από το σπίτι μου και ενστικτωδώς κατάλαβα πως κάποιος χρειάζεται βοήθεια. Παράξενο σκέφτηκα, δεν άκουσα τρακάρισμα.

Τόσα χρόνια που μένω εδώ έχω συνηθίσει πλέον τα ατυχήματα. Δε μπορώ να πω ότι είναι υπερβολικά κεντρικός δρόμος όμως για κάποιο ηλίθιο λόγο οι οδηγοί δε προσέχουν το STOP στη γωνία. Κάποια στιγμή οι δρόμοι έγιναν μονόδρομοι και ελλατώθηκαν κάπως και τα τρακαρίσματα σε 2-3 το μήνα. Ευτυχώς κανένα από αυτά δεν είχε ιδιαίτερα άσχημο τέλος για κάποιον επιβάτη.

Αυτή τη φορά όμως δεν ακούστηκε ο γνωστός θόρυβος της λαμαρίνας, μοναχά φωνές ακούστηκαν. Άνοιξα την πόρτα μου και είδα στην απέναντι γωνία μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας πεσμένη στο δρόμο και ακίνητη. Στα χέρια της κρατούσε ακόμα τις σακούλες από το supermarket ενώ λίγα μέτρα πιο μπροστά είχε σταματήσει το διερχόμενο λεωφορείο.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Κατηγορία: Γενικά | 18 σχόλια

Με μια ανάπηρη ροκιά

Στροβιλίζεσαι πάνω στις ρόδες που έχουν γίνει πλέον προέκταση του εαυτού σου. Ακους τη μουσική μέσα στην ψυχή σου και θέλεις να πετάξεις. Τεντώνεις το σώμα σου ψηλά, όσο μπορείς με τη βοήθεια των καλά γυμνασμένων χεριών σου. Ακολουθείς το ρυθμό της μουσικής και χορεύεις, χορεύεις ασταμάτητα, χορεύεις περισσότερο από τον καθένα, χορεύεις με το δικό σου τρόπο και τα μάτια σου μοιάζουν με δυο μικρές φωτιές.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Κατηγορία: Γενικά | 1 σχόλιο

Τα εφτά πέπλα

veils.jpg

Θα πέρασαν θαρρώ, πολλά χρόνια από τότε. Σε εκείνον τον μακρινό τόπο όμως, ο χρόνος έχει τους δικούς του ρυθμούς. Δεν μοιάζει με το δικό μας. Σαν περνάς ανάμεσα από τα εφτά πέπλα που αποτελούν επισήμως τα σύνορα ανάμεσα στο δικό μας τόπο και σε εκείνον, ο χρόνος παύει να έχει σημασία.

Κάθε πέπλο έχει το δικό του χρώμα και όνομα, μα είναι ονόματα κρυφά, ξεχασμένα από το χρόνο. Μονάχα μερικά ξωτικά θυμούνται ακόμα τα αρχέγονα ονόματα τους, μα δε συνηθίζουν να μιλούν γι’ αυτά.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Μοναξιά

“Δηλαδή τι υπονοείς;” τη ρώτησε ο Λάζαρος περνώντας το δάχτυλο του ανάμεσα από το μεταλλικό δαχτυλίδι μιας ακόμα μπύρας.

Στο τραπεζάκι μπορούσε να μετρήσει φευγαλέα με το βλέμμα της τουλάχιστον 5-6 ακόμα άδεια κουτάκια μπύρας μέσα στο μισοσκόταδο.
Δε μίλησε, τον κοιτούσε μοναχά, κοιτούσε το θολωμένο βλέμμα του, από τις μπύρες και τα θέλω.

“Υπονοείς ότι απλά πηδιόμαστε;” συνέχισε να τη ρωτάει ο Λάζαρος καθώς ήδη είχε τελειώσει τη μισή μπύρα με τις πρώτες γουλιές.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Σαν παλιό τετράδιο

“Ά! δε σου είπα. Στις τάδε του μήνα είπαν ότι θα βάλουν adsl στο χωριό.”

Κοίταξα τις πληκτρολογημένες λέξεις στο παράθυρο του messenger μου και το μυαλό μου ταξίδεψε σε μια άλλη εικόνα.

“Ξέρεις τι μου θυμίζεις;” τον ρώτησα μέσω του πληκτρολογίου μου, σε μια προσπάθεια να του μεταδώσω την εικόνα των σκέψεων μου.

“Μου θυμίζεις ένα φθαρμένο τετράδιο της θείας μου. Το βρήκαμε με την ξαδέρφη μου σε ένα παλιό μπαούλο από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς μου. Παλιοκαιρισμένο και κιτρινισμένο με διάφορες σημειώσεις μέσα. Κάπου εκεί λοιπόν, θυμάμαι πως διάβασα ανάμεσα στα άλλα το εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια »

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

Δεν είχα σκοπό να γράψω σήμερα. Έχω αναλωθεί τόσο πολύ αυτές τις μέρες με σχόλια εδώ κι εκεί που ήταν καλύτερα να κάνω αποτοξίνωση παρέα με κώδικες και να μαλώνω μόνο με τα div και τα css που δε γουστάρουν τον Internet Explorer απ’ ότι μου εμπιστεύθηκαν ψιθυριστά.

Ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο καφέ τελειώσαν και τα τσιγάρα μου. Κώδικας χωρίς τσιγάρα δε παλεύεται και το μαγαζάκι στη γωνία θα άνοιγε στις 7.00 όπως κάθε μέρα. Έτσι αποφάσισα να κάνω μια επίθεση στο νεροχύτη για να εξουδετερώσω τα άπλυτα πιάτα που κόντευαν να φτάσουν μέχρι το ταβάνι και να ξεγελάσω λιγάκι το χρόνο. Συνήθως σε τέτοιες ανιαρές διαδικασίες σκέφτομαι ότι να ‘ναι. Κι έτσι έγινε το flashback…

Διαβάστε τη συνέχεια »

Τον φωτογράφο ποιός θα τον πληρώσει;

“Έλα με θυμάσαι είμαι ο φίλος του “τάδε” που είχαμε μιλήσει πριν μήνες για να κάνεις την ιστοσελίδα του πατέρα μου.”

- “Ναι σας θυμάμαι”, του απαντάω.

- “Θα το φτιάξουμε τώρα, πότε μπορείς να περάσεις από το σπίτι να το δούμε;”

- “Έχετε συγκεντρώσει το υλικό που θέλετε να βάλουμε στο site;”, τον ρωτάω

- “Τι χρειάζεσαι από εμάς;”

- “Φωτογραφικό υλικό και τα κείμενα που θέλετε να βάλουμε.”, του απαντάω.

- “Οκ θα το κανονίσουμε όπως θα έρθεις, πότε σε βολεύει;” μου λέει

Στο διάστημα αυτό παίζουμε το σπασμένο τηλέφωνο μέχρι να βρούμε μια μέρα και ώρα που βολεύει και τους τρεις μας. Τελικά κανονίζουμε μέρα και ώρα που θα πάω… “σπίτι τους”, και κλείνω το τηλέφωνο.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Κατηγορία: Art&Design | 11 σχόλια

Ιστορίες απο τα παλιά

Είχε χειμωνιάσει πια και τα χωράφια που φιλοξενούσαν τα καλαμπόκια είχαν μεταμορφωθεί σε χώρο προσγείωσης για τις περαστικές χήνες. Ο Νέστος ανήκει άλλωστε στο δρόμο της μετανάστευσης τους. Το μεγάλο δάσος αν και φαινομενικά περιφραγμένο και απαγορευμένο για τα μάτια του κόσμου, παρέμενε από τους αγαπημένους τόπους των λαθροκυνηγών. Πολλά πολλά δεν είχα με τα ενδότερα του δάσους, δε με έπαιρνε να το διακινδυνεύω τόσο πολύ, άλλωστε γνώριζα πως πυροβολούν ότι κινείτε εκεί μέσα.

Άναψα το τζάκι και χαμογέλασα στις δύο νυχτερίδες που είχαν μπει από την καμινάδα για να πέσουν σε χειμέριο ύπνο μέσα στη μεγάλη αίθουσα του κέντρου ενημέρωσης. Δεν θέλησα ποτέ να τις διώξω, τις αγαπάω κατά κάποιο τρόπο τις νυχτερίδες και πρώτη φορά ήρθαν τόσο κοντά μου. Οι ελάχιστοι επισκέπτες που ερχόταν ξαφνιαζόταν όταν με άκουγαν να τους λέω να προσέξουν μην τις ξυπνήσουν. Δεν ήταν πρόβλημα όμως, σπάνια έβλεπες επισκέπτες να διαβαίνουν την είσοδο. Ώρες ώρες ένιωθα σαν τους τύπους που πετούσαν τους φελούς στην διαφήμιση κάποιου ουΐσκι.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Στην αγκαλιά της θάλασσας

Με το άρωμα της αλμύρας μέσα στη νύχτα βούτηξα στην αγκαλιά της θάλασσας που δεν ήταν κρύα μα ζεστή, σα να περίμενε για να μου χαρίσει το χάδι της μέσα στον Σεπτέμβρη.

Το φωτισμένο κάστρο από ψηλά συναγωνιζόταν το φεγγάρι σε ομορφιά και οι κιθάρες στην παραλία γέμιζαν με αγαπημένες μελωδίες και γνώριμες φωνές την ατμόσφαιρα. Στέγνωσα τα μακριά μαλλιά μου δίπλα στη μικρή φωτιά μας με ένα ποτήρι γλυκό κόκκινο κρασί στο χέρι. Κι έμεινα εκεί με την αλμύρα στο σώμα μου και κάθε άλλη σκέψη μακρυά μου.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Page 1 of 212»