Στο δάσος που γλύτωσε
Θα αφήσω πίσω για λίγες ημέρες το σπίτι και τον υπολογιστή μου, για να ξαναδώ το δάσος που γλύτωσε. Έτσι το λέω πια, μια και ήταν το τμήμα που κατάφερε να γλυτώσει από τη μεγάλη φωτιά της Χαλκιδικής.

Για να συνεχίσω να το χαίρομαι και να μη το φωτογραφίζω με το άγχος της φωτιάς στα λίγα μέτρα, πρέπει να βάλω κι εγώ το χεράκι μου. Κι αυτό σημαίνει ξεχορτάριασμα της δικής μου γης. Πέρασαν δυο χρόνια σχεδόν από τη μεγάλη φωτιά, μα η ανάμνηση είναι πολύ ζωντανή ακόμα.
Μου έχει λείψει το χώμα, ώρα να φύγω για λίγο από τον πολιτισμό…
Δάσος, μεζονέτες και AdSense
Δε ξέρω αν το έχει παρατηρήσει κι άλλος, όμως μου μοιάζει πολύ αστείο πλέον. Κάθε φορά που γράφω ένα κείμενο υπέρ του περιβάλλοντος και κατά της οικοπεδοποίησης των δασών, γεμίζουν οι σελίδες μου με διαφημίσεις εργολάβων και μεσιτικών γραφείων.
Φυσικά, αυτό έχει να κάνει με τον αλγόριθμο του Google AdSense που προσπαθεί να φέρει σχετικές διαφημίσεις, ανάλογες με τα κείμενα των σελίδων. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν το πετυχαίνει μεν, αλλα μοιάζουν σαν να πλαισιώνουν με ειρωνία κείμενα που είναι ουσιαστικά αντίθετα.
Φυσικά δε ξέρω κατά πόσο συμφέρει ή όχι τους διαφημιζόμενους όλο αυτό, εμένα μου μοιάζει τραγελαφικό πάντως. Το μόνο σίγουρο είναι πως υπάρχουν περισσότερες διαφημίσεις σχετικά με την πώληση κατοικιών και οικοπέδων, παρά με την προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Δε θα περίμενα και κάτι διαφορετικό άλλωστε.
Ο (λαθρο)υλοτόμος Ψωμιάδης
Δε μας έφτανε που κάηκε ο κώλος μας όλο το καλοκαίρι. Δε μας φτάνει που αφανίστηκαν τόσες χιλιάδες στρέμματα δασών.
Έχουμε και τον Ψωμιάδη που δε του φτάνει ο ρόλος του Νομάρχη εδω πάνω και αποφάσισε να το παίξει (λαθρο)υλοτόμος.
Όχι ένα, ούτε δύο, πεντακόσια πλατάνια ζήτησε να αφανίσουν ο αθεόφοβος. Και ξεκίνησαν οι παρατρεχάμενοι το θείο έργο τους. Τι κι αν φώναζαν κάποιοι. Σιγά μη ξέρουν οι δασικοί από δάση. Ο Ψωμιάδης ξέρει καλύτερα. Πάρτα κάτω τα πλατάνια.
Κατά τ’ άλλα όλοι είμαστε μια χαρά. Διοργανώνουμε και αναδασώσεις για να κλείνουμε τα μάτια. Και τα στόματα. Και να δεχόμαστε και το βραβείο της ανοιχτής παλάμης συχνά - πυκνά.
Τι διάολο πίνουν οι άνθρωποι σ’ αυτή την πόλη την ώρα που ψηφίζουν, ακόμα δε το κατάλαβα…
Ιστορίες απο τα παλιά
Είχε χειμωνιάσει πια και τα χωράφια που φιλοξενούσαν τα καλαμπόκια είχαν μεταμορφωθεί σε χώρο προσγείωσης για τις περαστικές χήνες. Ο Νέστος ανήκει άλλωστε στο δρόμο της μετανάστευσης τους. Το μεγάλο δάσος αν και φαινομενικά περιφραγμένο και απαγορευμένο για τα μάτια του κόσμου, παρέμενε από τους αγαπημένους τόπους των λαθροκυνηγών. Πολλά πολλά δεν είχα με τα ενδότερα του δάσους, δε με έπαιρνε να το διακινδυνεύω τόσο πολύ, άλλωστε γνώριζα πως πυροβολούν ότι κινείτε εκεί μέσα.
Άναψα το τζάκι και χαμογέλασα στις δύο νυχτερίδες που είχαν μπει από την καμινάδα για να πέσουν σε χειμέριο ύπνο μέσα στη μεγάλη αίθουσα του κέντρου ενημέρωσης. Δεν θέλησα ποτέ να τις διώξω, τις αγαπάω κατά κάποιο τρόπο τις νυχτερίδες και πρώτη φορά ήρθαν τόσο κοντά μου. Οι ελάχιστοι επισκέπτες που ερχόταν ξαφνιαζόταν όταν με άκουγαν να τους λέω να προσέξουν μην τις ξυπνήσουν. Δεν ήταν πρόβλημα όμως, σπάνια έβλεπες επισκέπτες να διαβαίνουν την είσοδο. Ώρες ώρες ένιωθα σαν τους τύπους που πετούσαν τους φελούς στην διαφήμιση κάποιου ουΐσκι.
Μυρίζει φθινόπωρο
Τελευταία ημέρα του Αυγούστου σήμερα, μα το βράδυ που πέρασε δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από μια φθινοπωρινή νύχτα. Ο αέρας λυσσομανούσε και γέμιζε με σκόνη και φύλλα το πάτωμα μου από το ανοιχτό παράθυρο.
Τζάμπα καθάριζα δηλαδή χθες.Κι εκεί που άλλες νύχτες δεν αντέχαμε τη ζέστη, χθες το σεντόνι δε μου ήταν αρκετό για να σκεπαστώ κι έψαχνα να βρω μια λεπτή κουβερτούλα για να χουχουλιάσω.
Λατρεύω το φθινόπωρο σας το είπα; Μαζί του έρχεται και η φίλη μου η βροχή και μου κρατάει συντροφιά την ώρα που σιγοτραγουδά. Σε λίγο τα φύλλα θα αρχίσουν να κοκκινίζουν και μετά θα πέσουν από τα δέντρα σχηματίζοντας κόκκινα χαλιά στους δρόμους.
Πευκοχώρι, εικόνες εκ του προχείρου…
Έκλεινα τα μάτια μου χθες το βράδυ και προσπαθούσα να φέρω την εικόνα του δάσους στο μυαλό μου, σκεφτόμουν ότι δε θα το ξαναδώ, ότι πλέον είναι στάχτες, σκεφτόμουν επίσης πως δεν είχα ούτε μια φωτογραφία για να θυμάμαι το δάσος που αγάπησα.
Τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά από πολλές ώρες αγωνίας έμαθα ότι ο μικρός μου θησαυρός την γλύτωσε. Όχι, δεν είναι το κτήμα ο θησαυρός μου αλλά το δάσος γύρω του, διότι αν καιγόταν το δάσος δε θα ήθελα να ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί.
Πολλές φορές σκέφτηκα στη ζωή μου πως θα ήθελα να βρίσκεται σε κάποια άλλη περιοχή κι όχι στο πολυσύχναστο Πευκοχώρι. Με εκνεύρισε όταν εκείνο το beach bar πήγε κι άνοιξε στο σημείο που συνήθιζα να κάνω μπάνιο στο Γλαρόκαβο, με εκνευρίζει όταν κατ’ ανάγκη πρέπει να κατέβω στο χωριό και πρέπει να ψάχνουμε 2 ώρες να παρκάρουμε κάπου, με εκνευρίζουν πολλά στην περιοχή όπως καταλαβαίνετε αλλά σίγουρα δε με εκνευρίζει ο χωματόδρομος και η απουσία ρεύματος και νερού στο κτήμα.
Μη καείς… σε παρακαλώ μη καείς
Δε πρόλαβα ακόμα να σε χαρώ, στο είχα υποσχεθεί πως κάποτε θα έρθει η μέρα
Μη καείς σε παρακαλώ

γιατί;









