Πευκοχώρι, εικόνες εκ του προχείρου…
Τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά από πολλές ώρες αγωνίας έμαθα ότι ο μικρός μου θησαυρός την γλύτωσε. Όχι, δεν είναι το κτήμα ο θησαυρός μου αλλά το δάσος γύρω του, διότι αν καιγόταν το δάσος δε θα ήθελα να ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί.
Πολλές φορές σκέφτηκα στη ζωή μου πως θα ήθελα να βρίσκεται σε κάποια άλλη περιοχή κι όχι στο πολυσύχναστο Πευκοχώρι. Με εκνεύρισε όταν εκείνο το beach bar πήγε κι άνοιξε στο σημείο που συνήθιζα να κάνω μπάνιο στο Γλαρόκαβο, με εκνευρίζει όταν κατ’ ανάγκη πρέπει να κατέβω στο χωριό και πρέπει να ψάχνουμε 2 ώρες να παρκάρουμε κάπου, με εκνευρίζουν πολλά στην περιοχή όπως καταλαβαίνετε αλλά σίγουρα δε με εκνευρίζει ο χωματόδρομος και η απουσία ρεύματος και νερού στο κτήμα.
Ένιωθα πανέμορφα σε εκείνη την άγρια ερημιά δίπλα στο δάσος, θυμάμαι πιτσιρικάκι 4-5 ετών όταν πήγα για πρώτη φορά εκεί, είχαμε πάει με γαϊδουράκια, δε πήγαιναν αυτοκίνητα εκεί τότε.Κτήματα κληρονομικά, τα πουλούσαν τη δεκαετία του ‘70 για ένα κομμάτι ψωμί. Η αξία τους τότε μηδαμινή. Τα περισσότερα είναι ελαιώνες και κάποια άλλα σπαρμένα με σιτάρι. Από σπόντα το αγόρασε ο πατέρας μου, του είχε αρέσει η θέα στο δάσος και τη θάλασσα. Τον παρακαλούσαν να αγοράσει 10πλάσια στρέμματα, ένα λόφο ολόκληρο από ότι λέει μα το θεώρησε πλεονασμό μια και δεν ήταν γεωργός.
Κάποια χρόνια αργότερα μας πήρε να πάμε να δούμε το κτήμα για πρώτη φορά. Είχε μπροστά μια παλιά αχλαδιά και μία ακόμα μέσα στο κτήμα το οποίο πλημμύριζε από βάτα που έφταναν το ενάμισι μέτρο. Ακαλλιέργητο όπως ήταν, είχε γεμίσει αγριόχορτα πάσης φύσεως, μια μικρή ζούγκλα.
Την αχλαδιά που βρισκόταν έξω από το κτήμα, χθες το βράδυ την πλήγωσαν άγρια. Τρία αυτοκίνητα στάθηκαν εμπρός της, τις κρίσιμες νυχτερινές ώρες της πυρκαγιάς στην Κασσάνδρα και με θέα τις φλόγες στο βάθος θεώρησαν λογικό να σπάσουν όλα της τα κλαδιά για να κλέψουν τα αχλάδια. Δεν την έφτασε η φωτιά μα ο άνθρωπος είναι μεγαλύτερη συμφορά τελικά από τις φλόγες. Αφού ξεγύμνωσαν λοιπόν το δέντρο από όλα του τα κλαδιά τα άφησαν παρατημένα στο δρόμο, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο τα οχήματα να περάσουν το δρόμο.
Μα ξεκίνησα να σας λέω για τότε, που πρωτοπήγα στο κτήμα. Ανεβήκαμε λοιπόν στα γαϊδουράκια και διασχίζοντας τον παλιό κατσικόδρομο (που στο τέλος του οδηγεί στην Αγία Παρασκευή αποτελώντας έναν πολύ συντομότερο δρόμο από τον παραλιακό), φτάσαμε στη “ζούγκλα” μας. Εκεί έφαγα τα πρώτα μου βατόμουρα κι αναρωτιόμουν με το παιδικό μου μυαλό γιατί το λένε κτήμα αφού μοιάζει με δάσος από κόκκινα μούρα.
Περάσαν λίγα χρόνια ακόμα μέχρι να αποφασίσει ο πατέρας μου να τιθασεύσει τη ζούγκλα που έφτανε σχεδόν μέχρι τα πρώτα πεύκα του δάσους. Τα πρώτα χρόνια που πηγαίναμε , κοιμόμασταν το βράδυ κάτω από ένα πεύκο στην παραλία του Γλαρόκαβου και την ημέρα οι γονείς μου με δυό κόσες πολεμούσαν τη ζούγκλα με τα βάτα. Στην περιοχή επικρατούσε απόλυτη ησυχία, σπάνια τύχαινε να συναντήσεις κάποιον τσομπάνη με τα κατσίκια του, ή κάποιον γεωργό της περιοχής.Άνθρωποι της πόλης εμείς, δε διαθέταμε τρακτέρ και λοιπά χρήσιμα εργαλεία για να κουβαλήσουμε νερό στο κτήμα. Μια μέρα ένας τσομπάνης μας έδειξε ένα παλιό ρέμα που βρισκόταν 500 μέτρα παρακάτω.
Νερό… αγαθό πολύτιμο… έτσι η κυρα Ισμήνη μπόρεσε να φυτέψει την πρώτη ελιά στο κτήμα. Δούλευε σε φυτώριο τότε η κυρα Ισμήνη, δεμένη με τη γη με ισχυρούς δεσμούς από πάντα. Βλέπεις ήταν παιδί εντεκαμελούς οικογένειας που γνώρισε τον πατέρα της σχεδόν στην εφηβεία μια και τον είχαν πάρει στην Πολωνία, δύσκολα χρόνια. Έτσι είχε μάθει να δουλεύει τη γη από μωρό. Δούλευε λοιπόν η κυρά Ισμήνη στο φυτώριο και κάθε Παρασκευή αντάλλασε ένα μεροκάματο με ελαιόδεντρα. Φορτώναμε λοιπόν το αυτοκίνητο από Θεσσαλονίκη με μπετόνια νερό που ξαναγεμίζαμε μετά από το ρέμα, δέναμε τα ελαιόδεντρα στη σχάρα του αυτοκινήτου και πορευόμασταν κακήν κακώς στον κατσικόδρομο για να τα δωρίσουμε στη γη.
Έτσι σιγά - σιγά άρχισε να σχηματίζεται ένας μικρός ελαιώνας στην κάτω πλευρά του κτήματος που φλέρταρε με το πευκοδάσος. Κι όλο γέμιζαν τα μπετόνια για να ποτίζουν τις νεαρές ελιές κι όλο φύτευαν μια ακόμα. Σιγά σιγά μπόρεσαν να χτίσουν και ένα δωμάτιο για να τοποθετούν τα εργαλεία τους και να μη χρειάζεται να κοιμόμαστε στη θάλασσα. Φυσικά το δωμάτιο χτίστηκε με το γνωστό τρόπο, κουβαλώντας νερό από το ρέμα. Αργότερα γίναμε ανεξάρτητοι! Μεταφέραμε εκεί κάτι σαν βυτίο και με μια τροποποίηση του καταφέραμε να συγκεντρώνουμε βρόχινο νερό για να το χρησιμοποιούμε για τα απαραίτητα ποτίσματα και λοιπές εργασίες.
Αργότερα μεγάλωσα και σταμάτησα να πηγαίνω μαζί τους. Προτιμούσα βλέπεις να είμαι με κόσμο και παρέες στην εφηβεία μου από το να μονάζω σε ένα απομακρυσμένο από τα πάντα κτήμα. Έτσι οι δυο τους κάθε τόσο φόρτωναν το παλιό αυτοκινητάκι τους και πήγαιναν στο κτήμα. Σιγά σιγά φύτεψαν και μερικές συκιές, δαμασκηνιές, κουκουναριές, φοίνικες και διάφορα άλλα. Συνήθως ο κόσμος πηγαίνει στο Πευκοχώρι για να κάνει διακοπές και ηλιοθεραπεία, μα εκείνοι πήγαιναν για να ξεχορταριάσουν το κτήμα με το φόβο της φωτιάς και γύριζαν καμμένοι από το ήλιο.
Η φωτιά ήταν ο φόβος και ο τρόμος τους όλα τα χρόνια. Ποτέ δεν επέτρεψαν να μπει ψησταριά στο κτήμα κι αν κάποιος επισκέπτης κάπνιζε τον κυνηγούσαν από πίσω μη κάνει καμιά ατασθαλία, το δάσος βλέπεις αγκαλιάζει σχεδόν το κτήμα.
Πέρσι πηγαίνοντας για άλλη μια φορά στο κτήμα, το παλιό σαραβαλάκι τους, τους πρόδωσε. Αφού διέσχισαν τον χωματόδρομο και μπήκαν στο κτήμα η μηχανή του πέθανε. Έμεινε λοιπόν εκεί το σαραβαλάκι μια και το κόστος για να το μεταφέρουν πίσω ήταν μεγάλο σε σχέση με την αξία του. Τα οικονομικά τους δε τους επέτρεπαν να αγοράσουν νέο κι έτσι πήγαιναν όλο και σπανιότερα στο κτήμα, με το λεωφορείο μέχρι ενός σημείου και με ποδαρόδρομο περίπου ενός χιλιομέτρου στη συνέχεια.
Ξεκίνησαν τη Δευτέρα το πρωί να πάνε για μια βδομάδα στο κτήμα ώστε να μπορέσουν να ξεχορταριάσουν, όπως συνηθίζουν κάθε φορά για να μη πιάσει φωτιά.
Μάζεψε ρίγανη η κυρά Ισμήνη πρώτα όπως συνηθίζει, και άρχισε να ξεχορταριάζει στη συνέχεια. Λίγες ώρες μετά είδε τους καπνούς στον ουρανό και αργότερα τις φλόγες να κοκκινίζουν στο βάθος.
Αργά το βράδυ κατέβηκαν στη θάλασσα στριμωγμένοι μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, μα αρνήθηκαν να φύγουν για Θεσσαλονίκη.
Είναι ακόμα εκεί, κοιμούνται ανάμεσα στο δάσος που τη γλύτωσε την πρώτη ημέρα. Είναι εκεί χωρίς τηλέφωνο και αυτοκίνητο και εγώ ελπίζω απλά να μη γυρίσει ο άνεμος προς το δάσος που αγαπάω. Πήγα τους είδα, είναι καλά και τα χέρια μου ακόμα έχουν το άρωμα της φρέσκιας ρίγανης που έφερα πίσω μαζί μου..
Το δώρο της γης λίγες ώρες πριν δακρύσει…
22/8/06 ώρα 17.00 μ.μ. και ο ήλιος δε φαίνεται σχεδόν…
22/8/06 ώρα 17.00 μ.μ. δυτικά…
22/8/06 ώρα 17.00 μ.μ. νότια…
22/8/06 ώρα 17.00 μ.μ. ανατολικά, ο θησαυρός μου που ακόμα αντιστέκεται…

ΖΩΗ
Υ.Γ. Μα δε μπορώ να κοιμηθώ κι ας τσούζουν τα μάτια μου από την αυπνία, καίγεται η μέσα πλευρά του ποδιού αυτό το βράδυ… Σκιώνη, Μόλα Καλύβα, Λουτρά Αγίας Παρασκευής… και συνεχίζει… μέχρι να μείνει… τι;
Tags: φωτιά, φύση, Πευκοχώρι, Χαλκιδική, δάσος, ιστορίες, personal
Δημοσιεύτηκε από τη magica | Κατηγορία: Εκ του προχείρου, Φύση - Περιβάλλον























12 σχόλια στο “Πευκοχώρι, εικόνες εκ του προχείρου…”
zouri
ωραια ιστορια.
magica
Καλημέρα zouri
Γειτων
Καλημέρα magica! όμορφο ποστάκι και η πρώτη σου φώτο είναι ,αν και θλιβερή, καταπληκτική.
homelessmontresor
Και πόσοι άλλοι χτίζουν με κόπο την περιουσία τους και ξαφνικά την χάνουν μέσα σε λίγα λεπτά!
Πολύ όμορφο το ποστ!
Καπετάνισσα
Είσαι υπέροχη Magica!
Κι ευαίσθητη και γλυκειά και τρυφερή…
Κράτα τα όνειρά σου.
Μερικά, δεν πυρπολούνται…
θοδωρής
Μου θύμισε την ιστορία και των δικών μου γονιών και αναμνήσεων. Υπενθυμίζει ότι δεν μπαίνουν όλα και όλοι στο ίδιο τσουβάλι.
Μπράβο!
Ellie
όταν καιγόταν η Πάρνηθα έβλεπα τις φλόγες απο το μπαλκόνι μου και καιγόταν η ψυχή μου…θυμήθηκα μια άλλη πυρκαγιά πριν χρόνια στο Πευκοχώρι! Τότε είχε πάλι καεί ένα μέρος του δάσους αλλά το πρόλαβαν.Πέρυσι όμως…Στο Πευκοχώρι έχω περάσει τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου, στον Γλαρόκαβο τις ομορφότερες στιγμές μου…Φέτος δεν ξέρω…αν θα πάω…σκέφτομαι πως θέλω να μείνω με τις αναμνήσεις μου, όπως τα θυμόμουν, τον Γλαρόκαβο, το δάσος, τις παραλίες, το χωριό…όταν διάβασα το post σου, αισθάνθηκα ότι δεν είμαι τελικά μόνη!Η αλήθεια είναι πως ούτε και εγώ έχω φωτογραφίες απο το δάσος και όταν έψαχνα στην google “έπεσα” στις δικές σου, θλιβερά πραγματικές…με την Πάρνηθα ξεσηκωθήκαμε όλοι, είναι βλέπεις μια ανάσα απο την Αθήνα και φαίνεται…το Πευκοχώρι? τα άλλα δάση?
στάχτη και μπούρμπερη θα τα κάνουμε όλα…τελικά εμείς δεν έχουμε φωνή? υ.γ.οι φωτογραφίες σου είναι οι μόνες πραγματικές που ανταποκρίνονται στο κείμενο που έγραψα για το Πευκοχώρι, μπορείς να το δεις στο http://www.actclick.com στην κατηγορία “τα νέα του ActClick”. Μπορείς να στείλεις και εσύ όποιο κείμενο θέλεις για να το βάλουμε ή όποιος άλλος έχει άποψη.Ευχομαι σε όλους καλό καλοκαίρι και χωρίς φωτιές!
magica
Ellie οι φωτογραφίες είναι ουσιαστικά από το “ύψος” του Γλαρόκαβου. Είναι το τμήμα του δάσους που σώθηκε γιατί άλλαξε ο αέρας. Ο Γλαρόκαβος είναι όπως τον θυμάσαι.
Δεν έχω κατέβει ξανά μετά τη φωτιά, εκείνη τη μέρα, η εικόνα ήταν θλιβερή, βομβαρδισμένο τοπίο όλα τα χωριά.
Το κείμενο σου δε μπορώ να το εντοπίσω στην ιστοσελίδα του actclick, αν θέλεις γράψε το url που οδηγεί στο κείμενο.
Trackbacks
Link for trackback: