Το Pop τραγούδι της Μπέλλου
Σίγουρα ήταν κάτι που δε περίμενα να ακούσω. Είναι η αξία των αρχειακών υλικών που μας γυρίζει πίσω τόσο εύκολα. Και για την αξία αυτή, καταπατώ πάλι copyright μέσω YouTube.
Σίγουρα ήταν κάτι που δε περίμενα να ακούσω. Είναι η αξία των αρχειακών υλικών που μας γυρίζει πίσω τόσο εύκολα. Και για την αξία αυτή, καταπατώ πάλι copyright μέσω YouTube.
Είναι φορές, που ξεχνάμε την ομορφιά και τη δύναμη των πολύ απλών πραγμάτων. Αναζητάμε το ενδιαφέρον και τη χαρά της ζωής με πολύπλοκους τρόπους, σε κρυμμένες περίεργες ατραπούς.
Κι έρχεται τότε η ζωή και σου βγάζει τη γλώσσα, κοροϊδεύοντας σε σαν δεκάχρονο παιδί. Κι εσύ μένεις στήλη άλατος και την κοιτάς με στόμα που χάσκει ορθάνοιχτο, καθώς αναρωτιέσαι για την αυθάδεια και τους κακούς της τρόπους ή πιάνεις το νόημα κι αρχίζεις να γελάς με τα παιχνιδίσματα της.
Αν και ακόμη είμαστε στα μέσα Νοέμβρη, αρκετά νωρίς για να στολίσετε οτιδήποτε εκτός κι αν έχετε κατάστημα που πουλά Χριστουγεννιάτικα είδη, πιθανότατα είναι καλό να βγείτε πρόωρα στην αγορά για Χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια.
Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούσαν στην αγορά οι γνωστές “ψείρες”. Λαμπιόνια που άντεχαν χρόνια χωρίς να καούν, σε αντίθεση με τα παλαιότερα που χαλούσαν μέσα σε δύο ημέρες.
Το δέντρο που στολίζω είναι κομματάκι μεγαλούτσικο. Ξεπερνά τα δυο μέτρα. Αυτό σημαίνει πως χρειάζεται αρκετά λαμπιόνια. Είχα αγοράσει πριν χρόνια μια σειρά από ψείρες και ήμουν μια χαρά. Πέρσι όμως, τράβηξα απότομα ένα από τα καλώδια και ενώ δεν κάηκαν τελείως χρειάζονται πλέον αντικατάσταση.
Σαν τις κυράδες του χωριού μιας άλλης εποχής, που φωνάζανε χαρούμενες η μία στην άλλη όταν συνδέθηκε το πρώτο ραδιόφωνο του χωριού με ηχείο στην πλατεία νιώθω. Κάπως έτσι έπρεπε να νιώθανε λογικά κι όταν συνδέθηκε η πρώτη τηλεφωνική γραμμή και μπορούσαν να επικοινωνούν μέσω συρμάτων.
Παιδάκι θυμάμαι που προσπαθούσαμε να βάλουμε όλοι τηλέφωνο σπίτια μας. Θα έπρεπε να είσαι πολύ τυχερός για να στο συνδέσουν σε λιγότερο από τρεις μήνες. Κάποιοι περίμεναν και περισσότερο ή έβαζαν μέσον για να επισπεύσουν τις διαδικασίες.
Τεχνολογική εξέλιξη. Και ανάπτυξη. Λέμε τώρα…
Θα χρειαστεί να περάσουν πολλά, πάρα πολλά χρόνια μέχρι να δούμε αυτόν τον έρμο τον εκσυγχρονισμό στην Ελλάδα. Θα περάσουν ακόμη περισσότερα μέχρι να πάψουμε να νιώθουμε σαν τα αποπαίδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ναι καλά το ξέρετε, σιγά μη δε το ξέρατε.
Κοντεύει να περάσει μήνας και η Οτενέτ δε μου κάνει τη χάρη ακόμα να συνδέσει το internet μου.
Μια στις τόσες έρχομαι σε Internet cafe να δω email κλπ αλλά κάθομαι μπροστά στην οθόνη και δε γράφω τίποτα. Προτιμώ να διαβάζω άλλα blog, ελληνικά και αγγλόφωνα.
Νιώθω άβολα, ξένα. Δεν είναι ο χώρος μου, δεν είναι ο υπολογιστής μου…
Θέλω internet σπίτι μου, τόσα πολλά ζητάω άραγε;
Για να πω την αμαρτία μου, αυτό το καλοκαίρι ήταν κάπως διαφορετικό από τα προηγούμενα. Έφυγα νωρίς από τους καύσωνες της Θεσσαλονίκης και στο νησί ο καιρός ήταν σαφώς διαφορετικός. Ειδικά τα βραδάκια που έπιανε εκείνο το αεράκι.
Έτυχαν μέρες που φυσούσε τόσο πολύ, ώστε ένιωθα τη μαύρη άμμο της Σαντορίνης να μου μαστιγώνει το πρόσωπο. Έχω ζήσει σε διάφορες περιοχές, καθεμιά είχε τα δικά της χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τις δικές της ιδιαιτερότητες.
Μόνο που καμία δε μπόρεσε να αντικαταστήσει στην καρδιά μου τη Θεσσαλονίκη. Πάντοτε κατείχε τη δική της, ξεχωριστή θέση. Όσο όμορφα κι αν νιώθω αλλού, το ξέρω μέσα μου, πως εδώ θέλω να γυρίζω.
Μου αρέσει που άρχισε να χαλάει ο καιρός, οι σταγόνες της βροχής που μουσκεύουν τα ρούχα μου καθώς κάνω βόλτες. Μου αρέσει που άρχισε να κάνει λίγο κρύο και χουχουλιάζω κάτω από τις κουβέρτες μου, με το γάτο μου να γουργουρίζει όπως κοιμάται στα πόδια μου.
Ξέρω πως κάπου αργότερα θα γκρινιάζω για το ψοφόκρυο που θα πιάσει. Όμως ακόμα κι αυτή η γκρίνια μου τελικά, μου αρέσει.
Πιθανότατα η Σαντορίνη μου έκανε καλό. Μπόρεσα να επαναπροσδιορίσω κάποια πράγματα. Μπόρεσα να θυμηθώ όσα αγαπάω. Ίσως να μπόρεσα να θυμηθώ ακόμα κι εμένα.