O μπαρμπα Στέργιος της παλιάς Θεσσαλονίκης

Τον μπαρμπά Στέργιο τον γνώρισα πολλά χρόνια μετά το θάνατο του, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου. Λαμβάνω την τιμή λοιπόν να σας τον συστήσω. Το πότε ακριβώς πέθανε δε το γνωρίζω, όμως σίγουρα έζησε τουλάχιστον μέχρι το 1900 όπου τον συναντά ο άγγλος G.F Abbott κατά την περιήγηση του στη Θεσσαλονίκη.

Έντεκα χρόνια αργότερα, ο μπαρμπα Στέργιος θα λάβει μέρος στο κοινωνιολογικό μυθιστόρημα του Γεωργίου Σκωτ με τίτλο “Τα απόκρυφα της Θεσσαλονίκης” το οποίο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες κατά τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας της εφημερίδας Μακεδονία. Ο συγγραφέας τοποθετεί την ιστορία του μεταξύ 1800 και 1900 χωρίς να διευκρινίζει ακριβώς το πότε. Σύμφωνα με την εφημερίδα οι χαρακτήρες αυτοί έζησαν στην πόλη, όμως εφόσον είναι μυθιστόρημα -αν και κοινωνιολογικό- δε γνωρίζω που σταματά η πραγματικότητα και που αρχίζει η φαντασία. Όπως και να έχει καταλαβαίνουμε ότι εν έτη 1911 ο μπαρμπα Στέργιος δε ζούσε πλέον. Δε κατάφερα να βρω ποιος ήταν ο Σκωτ, όμως λογικά ήταν κάτοικος της Θεσσαλονίκης σε αντίθεση με τον Abbot.

Όμως ας δούμε ποιος ήταν ο μπαρμπα Στέργιος…

Σύμφωνα με τον Abbott στο βιβλίο του “Songs of Modern Greece” ο μπαρμπα Στεριος έμοιαζε να ενσωματώνει όλα τα χαρακτηριστικά του Ομηρικού Δημόδοκου. Δηλαδή ήταν γέρος και τυφλός. Όμως ούτε η ηλικία του, ούτε η αναπηρία του τον εμπόδιζαν να πηγαίνει στην αγαπημένη του θέση έξω από την πύλη της Καλαμαριάς, στη Θεσσαλονίκη. Κάθε απόγευμα καθόταν σταυροπόδι στην άκρη του δρόμου κάτω απο την σκιά του βενετικού τοίχους και σχηματίζε γύρω του έναν κύκλο ακροατών που μαζεύοταν λόγω του διαπεραστικού ήχου της λύρας του από κοντά και μακρυά.

Χωρίς εξέδρες μα με ταπεινά ρούχα και το χαρακτηριστικό τουρμπάνι της εποχής καθόταν έξω από την πύλη της Καλαμαριάς ο μπαρμπα Στέργιος. Το ακροατήριο του δεν ήταν βασιλιάδες, μα φτωχοί όπως και ο βάρδος μας. Παρόλη τη φτώχεια τους όμως δε ξεχνούσαν ποτέ να προσφέρουν μερικά νομίσματα ή άλλα αγαθά στην τσάντα του μπαρμπα Στεργιου που κρεμόταν ανοιχτή στο πλευρό του.

Στα πιο λυπητερά τραγούδια τα μάτια του μπαρμπα Στέριου γέμιζαν δάκρυα αλλά και το κοινό του δεν έμενε ασυγκίνητο. Όσο πιο λυπητερό ήταν το τραγούδι τόσο περισσότερα νομίσματα συγκέντρωνε ο μπαρμπα Στέριος.

Το ρεπερτόριο του ειχε να κανει με τις επιτυχίες ή τη δυστυχία μερικών ηρώων της Φθοιώτιδος, της πατρίδας δηλαδή του μπαρμπα Στεριου. Αυτη και οι γειτονικες περιοχες ηταν ξακουστες στο συγχρονο ελληνικο φολκλορ ως τα σπιτια των αρματωλών και κλεφτών. Τα ονοματα του Ανδρούτσου και του Μπότσαρη είναι τόσα γνωστά στους σύγχρονους Ελληνες όπως τα ονόματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα στους πρόγονους τους.

Κάπως έτσι μας περιγράφει τον μπαρμπα Στέριο ο Abbott στο βιβλίο του και καταλαβαίνουμε πως ήταν μια γνωστή φιγούρα της Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή. Δε περίμενα πως θα έβρισκα περισσότερα στοιχεία για το μπαρμπα Στέριο μα δεν έφυγε απο τη σκέψη μου. Ώσπου όπως συμβαίνει συνήθως με κάτι που τραβά την προσοχή μου, τον ξαναβρήκα μπροστά μου στο κοινωνιολογικό μυθιστόρημα του Σκώτ.

Γράφει λοιπόν ο Σκωτ (και απλοποιώ λίγο την γλώσσα του κι εγώ)…

Πολλοί των συγχρόνων θυμούνται βεβαίως τον τυφλό γέροντα Μπαρμπα Στέργιο με την αρχαϊκή λύρα του καθισμένο σταυροπόδι παρά την πύλην της καλαμαριάς και παίζοντα διάφορα δημώδη άσματα που συνόδευε πάντοτε και δια της έρρινου φωνής του.

Το ρυτιδωμένο πρόσωπο του, το λευκό μουστάκι του και το επίσης λευκό και αραιό γένι του πρόδιδαν άνθρωπο που ξεπέρασε το 60ο έτος της ηλικίας του την εποχή που ξεκινά η διήγηση μας.

Κοντού μάλλον αναστήματος με κυανό σαρίκι στο κεφάλι σύμφωνα με την τότε επικρατούσα συνήθεια των χωρικών και παμπάλαιο πανωφόρι, ριγμένο πάντοτε χειμώνες και καλοκαίρια στους ώμους, ο μπαρμπα Στεργιος ήταν γνωστός σε ολους τους θεσσαλονικεις οι οποιοι διερχόμενοι από το μέρος που κάθονταν έριχναν τον όβολο τους στο ταψάκι που είχε στα γόνατα του πάντοτε.

Από το χάραμα μέχρι τη δύση του ήλιου ακούγονταν παρα την πυλην της καλαμαριας τα εξοχα δημώδη τραγουδια του μπαρμπα Στεργιου, οι δε ηχοι της παμπαλαιας λύρας του ακούγονταν σε μακριά αποστασην καυθμηροί μονοτονοι και ενοχλητικοι πολλές φορές στους κατοίκους της περιοχής.

Η Θεσσαλονίκη την εποχή εκείνη ήταν πολύ διαφορετική όσο αφορά τουλάχιστον το τμήμα αυτό. Έξω από την πύλη της Καλαμαριας δεν υπήρχαν τότε ούτε η ωραία κρήνη, το συντριβάνι, ούτε η ευρεία λεωφορος ουτε η κανονικότατη δεντροστοιχια, ούτε τα μεγαλοπρεπεπή και ωραία κτήρια που κοσμούν σήμερα την λεωφόρο αυτήν. Όγκοι χώματος του εδαφους βαθεως εσκαμμενου , λοφοι πετρών και ασβεστου επι του τμηματος τουτου, του γεμάτου εως τοτε χόρτων και αγκαθιών μαρτυρούν οτι είχε στραφεί ήδη η προσοχή των δημοτικών αρχόντων και των ιδιωτών, προς χρησιμοποίηση των λαμπρών εκείνων, αλλά εν αχρηστία εως τότε ευρισκόμενων οικοπέδων.

Ο μπαρμπά Στέργιος κατοικούσε εις τον Κάμπον, συνοικία της Παναγίας Δεξιας (Αγίου Υπατίου) σε οικία ξύλινη μονόροφον και παμπαλαια. Μόνος με το ραβδί του πήγαινε απο το σπίτι του στην πύλη και γυρνούσε το βράδυ.

Όπως βλέπουμε η περιγραφή του Σκωτ δε διαφέρει και τόσο από την περιγραφή του Abbott παρόλο που ο καθένας από την πλευρά του προσθέτει και διαφορετικά κομμάτια στο παζλ της ιστορίας του μπαρμπα Στέρ(γ)ιου μας.

Στο κοινωνιολογικό μυθιστόρημα του Σκωτ υπάρχουν πολλές ακόμη πληροφορίες που αφορούν τη ζωή του μπαρμπα Στέργιου, όμως εφόσον δεν έχουμε άλλη πηγή (προς το παρόν) δε ξέρω κατά πόσο ευσταθούν ή ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας του συγγραφέα. Ας τις δούμε όμως…

Με λίγα λόγια, ο μπαρμπα Στέργιος δε γεννήθηκε φυσικά τυφλός και ούτε ζητιάνευε από μικρός. Ήταν ένας καλοστεκούμενος κύριος που αγάπησε μια νέα τη Ζήτσα. Η νέα αυτή όμως, είχε και μια κουφάλα φίλη, τη Μαρία, που επίσης γούσταρε τον μπαρμπα Στέργιο. Της έβαλε λοιπόν λόγια πως ο Στέργιος αγαπά άλλη και αφού την πήγε πρώτα σε μια μουσουλμάνα μάγισσα της Θεσσαλονίκης κάπως τα κατάφερε και την σκότωσε. Το πως δε το ξέρω γιατί έλειπαν ορισμένα φύλλα της εφημερίδας. Από εκεί που ξανάρχισε η ιστορία, η Μαρία είναι παντρεμένη με τον Στεργιο και για κάποιο λόγο που πιθανώς αφορά το θάνατο της Ζήτσας, πρέπει να φύγει από το σπίτι ενα απόγευμα για να μην την υποπτευθούν οι αστυνόμοι. Ο Στέργιος σουρωμένος δεν την άφηνε και η Μαρία του πέταξε κεζάπ στα μάτια και την έκανε.

Τον μπαρμπα Στέργιο τότε τον πήγανε στο νεοσύστατο νοσοκομείο Θεαγένειο όμως όπως ήδη καταλαβαίνετε έχει τυφλωθεί. Δε νομίζω ότι μιλάμε για το σημερινό Θεαγένειο στη θέση που βρίσκεται αλλά για παλαιότερο νοσοκομείο της πόλης, πιθανότατα αφορά το παλιό Θεαγένειο που βρισκόταν στον χώρο του Μητροπολιτικού ναού, περίπου στη γωνία των σημερινών οδών Μητροπόλεως και Κούσκουρα.

Η Μαρία που στη συνέχεια του κοινωνιολογικού μυθιστορήματος αναφέρεται ως κυρά Στεργίνα έχει ήδη μπλέξει με τα αλάνια της καμάρας, κάνει διάφορες βρωμοδουλειές που ουσιαστικά αυτές ειναι το ρεζουμέ του μυθιστορήματος και όχι ο μπαρμπα Στεργιος μας, και αργότερα εξαφανίζεται και απο τα αλάνια μαζί με δυο κλεμμένα παιδιά.

Εντωμεταξύ, η παράγκα του μπαρμπα Στέργιου λειτουργεί και ως λημέρι για τα αλάνια, μια και από κάτω υπάρχουν υπόγειοι διαδρόμοι που διακλαδώνονται στην πόλη. Πολλά χρόνια αργότερα, η κυρα Στεργίνα επιστρέφει στη Σαλονίκη και εντοπίζεται από τα αλάνια ξανά.

Ο μπαρμπα Στεργιος ζητάει από το αρχι-αλάνι να τη συναντήσει και έτσι μια μέρα του την πάνε στην παράγκα. Δε προλαβαίνουν να πούν και πολλά και τα αλάνια βάζουν φωτιά στην παράγκα για να τους κάψουν και τους δύο αφενώς γιατί θέλαν να εκδικηθούν την κυρά Στεργίνα αφετέρου γιατί πλέον οι άλλοι χαρακτήρες του μυθιστορήματος υποπτεύθηκαν το λημέρι τους και θέλουν να εξαφανίσουν τα ίχνη τους, μαζί και τον μπαρμπα Στέργιο που ήξερε πολλά.

Η κυρά Στεργίνα καταφέρνει και πάλι να τη γλυτώσει μέσω των υπόγειων διαδρόμων αλλά ο μπαρμπα Στέργιος μας καίγεται μαζί με την παράγκα του.

Να ζήσουμε λοιπόν και να τον θυμόμαστε τον μπαρμπα Στέρ(γ)ιο της παλιάς Θεσσαλονίκης που γέμιζε ήχους την πόλη μας κάποτε.

Tags: ,
Δημοσιεύτηκε από τη magica στις 19.02.2010 | Κατηγορία: Παλιά Θεσσαλονίκη No Comments »

Αφήστε ένα σχόλιο