Ιστορίες απο τα παλιά
Άναψα το τζάκι και χαμογέλασα στις δύο νυχτερίδες που είχαν μπει από την καμινάδα για να πέσουν σε χειμέριο ύπνο μέσα στη μεγάλη αίθουσα του κέντρου ενημέρωσης. Δεν θέλησα ποτέ να τις διώξω, τις αγαπάω κατά κάποιο τρόπο τις νυχτερίδες και πρώτη φορά ήρθαν τόσο κοντά μου. Οι ελάχιστοι επισκέπτες που ερχόταν ξαφνιαζόταν όταν με άκουγαν να τους λέω να προσέξουν μην τις ξυπνήσουν. Δεν ήταν πρόβλημα όμως, σπάνια έβλεπες επισκέπτες να διαβαίνουν την είσοδο. Ώρες ώρες ένιωθα σαν τους τύπους που πετούσαν τους φελούς στην διαφήμιση κάποιου ουΐσκι.
Έφτιαξα ένα ζεστό καφέ, άνοιξα το ραδιόφωνο στο δεύτερο πρόγραμμα και βγήκα στην αυλή. Πάντα ακούω δεύτερο πρόγραμμα όταν μετακομίζω εκτός Θεσσαλονίκης, δε το διακινδυνεύω με τους τοπικούς σταθμούς που θεωρούν λογικό να κάνουν ανάμεικτες εκπομπές κι εκεί που γαληνεύεις με ένα τραγούδι να ακούς μετά το σκυλάδικο. Άσε καλύτερα, σκέφτηκα. Σταθερή αξία το δεύτερο πρόγραμμα.
Η αυλή του κέντρου ενημέρωσης ήταν όμορφα φτιαγμένη, με ξύλινο φράχτη γύρω γύρω και δέντρα απο τη μέσα πλευρά να σχηματίζουν ένα δεύτερο φυσικό φράχτη. Είχε ένα μεγάλο πλακόστρωτο διάδρομο στη μέση και γκαζόν στις δυο πλευρές του. Σε κάθε πλευρά είχε και από ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι με ξύλινα παγκάκια. Πλησίασα το δεξί που συνήθιζα να κάθομαι και αναρωτιόμουν πως θα περάσουν και σήμερα οι ώρες. Νέα γυναίκα μόνη, μακρυά απο κατοικημένη περιοχή, χωρίς τηλέφωνο, μεταφορικό μέσο και συναδέλφους σε ένα κέντρο ενημέρωσης δίχως επισκέπτες μέσα σε δάσος.
-”Ήρθα να πληρώσω τα ξύλα”, ακούστηκε μια φωνή στο βάθος και διέκοψε τις σκέψεις μου.
Είχα ακούσει το τρακτέρ αλλά δεν είχα δώσει σημασία μια και είχε αρκετούς αγρότες στην περιοχή που πήγαιναν στα χωράφια τους τα πρωινά. Η περιοχή τα παλαιότερα χρόνια ήταν ένα τεράστιο παραποτάμιο δάσος που προμήθευε με καυσόξυλα όλη τη Θράκη και μεγάλο κομμάτι της Μακεδονίας. Το μαγάρισαν τελείως με τα χρόνια και πλέον είχε απομείνει ένα μικρό κομμάτι να θυμάται τις παλαιότερες δόξες. Οι λευκοκαλλιέργειες όμως τροφοδοτούσαν ακόμα με ξύλα τους ντόπιους κάτοικους.
- “Περάστε στο γραφείο” του είπα όσο πιο τυπικά μπορούσα και άρχισα να κατευθύνομαι προς τα εκεί για να με ακολουθήσει.
Η άποψη μου για τους ντόπιους της περιοχής δεν ήταν η καλύτερη και δεν ήθελα πολλά πολλά μαζί τους. Μπορώ να πω πως μετά τη διαμονή μου εκεί έπαψα να σέβομαι την τρίτη ηλικία. Αλλά αυτό μπορεί να το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή.
- “Εγώ είμαι ο Κώστας”, μου είπε την ώρα που βολευόταν καλύτερα στην καρέκλα απέναντι μου. Ήταν ένας κακοσχηματισμένος άντρας γύρω στα 45 με βλέμμα αγελάδας.
- “Χάρηκα”, του είπα και συστήθηκα κι εγώ. “Θα κρατήσω τα στοιχεία σας για να τα δώσω στον αρμόδιο από τον οποίο θα πάρετε την απόδειξη πληρωμής”.
- “Εγώ είμαι κτηνοτρόφος” άρχισε να μου λέει. “Κι έχω και πολλά στρέμματα γης κι από τις δυο πλευρές του ποταμου”.
Και λαθροκυνηγός είσαι επίσης, σκεφτόμουν αλλά ας μη το κάνουμε ζήτημα τώρα, οπότε χαμογέλασα απλώς ευγενικά.
- “Από που είσαι εσύ;”
- “Από Θεσσαλονίκη”, του απάντησα κι έκανα να σηκωθώ για να του δείξω πως τελειώσαμε αλλά μάλλον δεν έπαιρνε χαμπάρι.
- “Είσαι παντρεμένη;” με ρώτησε αμέσως.
- “Όχι δεν είμαι” απάντησα.
- “Είναι ωραία στο ποτάμι”, συνέχισε. “Αν θέλεις να έρθω να σε πάρω με το τρακτέρ το απόγευμα να πάμε μια βόλτα από την απέναντι πλευρά, ξέρεις έχει ένα σημείο από το οποίο μπορώ να περνάω απέναντι συνέχεια”.
- “Κάποτε θα κάνουν γέφυρα”, του απάντησα και αρνήθηκα ευγενικά την πρόσκληση του.
- “Κι εσύ εδώ είσαι μόνιμη;”, συνέχισε την ανάκριση.
- “Όχι, με σύμβαση είμαι” του απάντησα.
- “Ε καλά, αυτό δε μας πειράζει, μπορεί να βρεθεί τρόπος να μείνεις. Και που βγαίνεις τα βράδυα;”
- “Δεν βγαίνω” του απάντησα όσο αναρωτιόμουν πόσο θα κρατήσει αυτή η ανάκριση.
- “Ε καλά, νέο κορίτσι στον τόπο μας και να μένεις μέσα. Απαράδεκτο! Πες μου που μένεις να έρθω να σε πάρω το Σάββατο να πάμε στο σκυλάδικο παραπέρα, έχει κι ένα πανηγύρι τις επόμενες μέρες”.
Η υπομονή μου φυσικά είχε αρχίσει να εξαντλείται από ώρα αλλά έκανα άλλη μια προσπάθεια να παραμείνω ευγενική και του απάντησα πως δεν πηγαίνω σε σκυλάδικα.
- “Και πόσο χρονών είσαι είπαμε;” συνέχισε ακάθεκτος αυτός.
- “27″ του απάντησα για να λύσω κι αυτή την απορία του.
Ένας μορφασμός απογοήτευσης σχηματίστηκε στο πρόσωπο του την ώρα που τον άκουγα να λέει…
“Μα… εσύ είσαι πολύ μεγάλη…”
…
Tags: Νέστος, δάσος, ιστορίες, personal
Δημοσιεύτηκε από τη magica | Κατηγορία: Εκ του προχείρου



















6 σχόλια στο “Ιστορίες απο τα παλιά”
Sigmund_01
Μεγάλη, όχι πολύ μεγάλη, αλλά με πείρα στη ζωή!
χι χι χι
Ο Γλάρος
Καλή μου, μα επιτρέπονται τέτοια πράγματα σήμερα; ΄Ετσι αφήνουν τέτοιους γαμπρούς;….. . ΄Εχασες και την ευκαιρία για “σούπερ” διασκέδαση; Σιγουριά όμως ο δικός μας περί του γενικότερου προφίλ του…..
Για να οοβαρολογήσουμε, με την περιγραφή του τοπίου με ταξίδεψες. Αχ, αυτή η Ελληνική φύση!
homelessmontresor
Ξέρεις ποιά ήταν η σκέψη μου διαβάζοντας το? όλα κυλούσαν ωραία και αρμονικά, μέχρι που εμφανίστηκε ο άνθρωπος!
Άκου εκεί μεγάλη στα 27!
magica
Sigmund κατά καιρούς έχω ζήσει ιστορίες για αγρίους, και ειδικότερα στη συγκεκριμένη περιοχή που περιγράφω.
Γλάρε μου αμ πως κτηνοτρόφος πράγμα και με στρέμματα! Είχε πολύ γέλιο πάντως όλο αυτό. Τον χάλασε βλέπεις η τότε ηλικία μου ενώ όλαααααα πηγαίναν τόσο καλά μεταξύ μας :Ρ Όσο αφορά το τοπίο χμ… πίστεψε με, έχω δει και έχω ζήσει σε ομορφότερες περιοχές απο τις εκβολές του Νέστου. Ο Νέστος είναι όμορφος πιο ψηλά.
montresor στη συγκεκριμένη περιοχή ήμουν ήδη γριά στα 27 μου διότι έβλεπες ζευγάρια με τεράστια διαφορά ηλικίας. Τα 15χρονα δεν κοιτούσαν τους συνομήλικους τους αλλά 40δες που θα μπορούσαν να τις βγάζουν στα μπουζούκια.
Alkman
27 χρονων?!?
Το μπαστουνακι σου και σ’αλλη παραλια.
magica
σκέψου κι ότι τώρα γέρασα περισσότερο :Ρ
Trackbacks
Link for trackback: