Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ
να κλέψω το γλυκό μέσα απ’ το βάζο
με ξύλινα σπαθιά να πολεμώ
και μια ζωή στα πόδια να το βάζω
να κλέψω το γλυκό μέσα απ’ το βάζο
με ξύλινα σπαθιά να πολεμώ
και μια ζωή στα πόδια να το βάζω
Παρακολουθώ αυτές τις ημέρες τις συζητήσεις στη Βουλή για τη συμφωνία της Ελλάδας με τη Microsoft. Κι έχω αρχίσει ήδη να κουράζομαι
Πέρασε πριν λίγο η μάνα μου από το σπίτι. Είχε πάει για καφέ σε μια γειτόνισσα και μόλις επέστρεψε. Αφού μιλήσαμε λίγο, πριν φύγει μου λέει “Πάρε ένα σοκολατάκι που με κέρασαν”.
Μου δίνει το σοκολατάκι και βλέπω επάνω φαρδύ πλατύ το λογότυπο από το Πλαίσιο, την εταιρία υπολογιστών.
Δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν, ή το Πλαίσιο αποφάσισε να επεκταθεί και στη ζαχαροπλαστική ή η γειτόνισσα είναι τόσο τσιγκούνα που κερνάει τους επισκέπτες της γλυκά που μαζεύει από εδώ και από εκεί.
Υποθέτω το δεύτερο, ε;
Το τελευταίο διάστημα χρησιμοποιούσα το Netvibes κυρίως γιατί με βόλευε να ανανεώνω το Twitter μου από εκεί.
Χθες μέσα από έναν κωδικό από το Tech Crunch αναβάθμισα το Netvibes και είμαι πια στο περιβάλλον του Netvibes Ginger Beta. Η έκδοση αυτή θα κυκλοφορήσει στα μέσα Φεβρουαρίου επισήμως για το κοινό.
Το κακό παράγινε με αυτή την ιστορία
τα της Βουλής ήταν το κερασάκι στην τούρτα

και δεν τις αντέχει τις αηδίες ο οργανισμός μου
δε με εκπροσωπεί κανείς
εκτός από τον εαυτό μου
δεν επιτρέπω σε κανέναν
να μιλάει στο όνομα μου
.-
(όπου γάμος και χαρά η βασίλω πρώτη - παλιό γνωμικό)
Ήταν στενάχωρα μέσα στους θάμνους και τα αγκάθια τους τρυπούσαν το σώμα με κάθε κίνηση. Κάθε μέρα έβρισκε άλλη κρυψώνα για να κρυφτεί μαζί με τα μεγαλύτερα παιδιά του. Για τα μικρά δε φοβόταν τόσο, τα άφηνε μαζί με τη μάνα τους στο σπίτι. Τα μικρότερα βύζαιναν ακόμα άλλωστε.
“Έφυγαν” άρχισε να φωνάζει ο χωριανός του. “Έφυγαν!”.
Πόσο καιρό λαχταρούσε να ακούσει αυτή τη λέξη. Πόσο καιρό ήθελε να μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος και να ζει μαζί με τη γυναίκα και τα εννιά παιδιά του. Μα σκέφτηκε πως ο χωριανός του ποτέ δε πείνασε, πάντα έβρισκε τον “τρόπο” να μένει χορτασμένη η οικογένεια του.
Έκανε νόημα στα παιδιά να μη κουνηθούν, να μη βγουν από τους θάμνους. Θα έβγαινε πρώτα εκείνος να δει αν πράγματι έφυγαν. Τα παιδιά κούρνιασαν ξανά στην αγκαθωτή φωλιά τους, έγιναν ένα με το χώμα να μη φαίνονται. Κι εκείνος βγήκε να μυρίσει την ελευθερία.
Το βλέμμα του πάγωσε όταν συναντήθηκε με το βλέμμα της γυναίκας του. Η φρίκη ήταν σχηματισμένη στο πρόσωπο της.
“Σύντροφε ήρθε η ώρα, φεύγουμε”, τους άκουσε να λένε. Και οι κάνες των όπλων τον σημάδευαν από δέκα μεριές.