Χειμωνιάζει
Για να πω την αμαρτία μου, αυτό το καλοκαίρι ήταν κάπως διαφορετικό από τα προηγούμενα. Έφυγα νωρίς από τους καύσωνες της Θεσσαλονίκης και στο νησί ο καιρός ήταν σαφώς διαφορετικός. Ειδικά τα βραδάκια που έπιανε εκείνο το αεράκι.
Έτυχαν μέρες που φυσούσε τόσο πολύ, ώστε ένιωθα τη μαύρη άμμο της Σαντορίνης να μου μαστιγώνει το πρόσωπο. Έχω ζήσει σε διάφορες περιοχές, καθεμιά είχε τα δικά της χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τις δικές της ιδιαιτερότητες.
Μόνο που καμία δε μπόρεσε να αντικαταστήσει στην καρδιά μου τη Θεσσαλονίκη. Πάντοτε κατείχε τη δική της, ξεχωριστή θέση. Όσο όμορφα κι αν νιώθω αλλού, το ξέρω μέσα μου, πως εδώ θέλω να γυρίζω.
Μου αρέσει που άρχισε να χαλάει ο καιρός, οι σταγόνες της βροχής που μουσκεύουν τα ρούχα μου καθώς κάνω βόλτες. Μου αρέσει που άρχισε να κάνει λίγο κρύο και χουχουλιάζω κάτω από τις κουβέρτες μου, με το γάτο μου να γουργουρίζει όπως κοιμάται στα πόδια μου.
Ξέρω πως κάπου αργότερα θα γκρινιάζω για το ψοφόκρυο που θα πιάσει. Όμως ακόμα κι αυτή η γκρίνια μου τελικά, μου αρέσει.
Πιθανότατα η Σαντορίνη μου έκανε καλό. Μπόρεσα να επαναπροσδιορίσω κάποια πράγματα. Μπόρεσα να θυμηθώ όσα αγαπάω. Ίσως να μπόρεσα να θυμηθώ ακόμα κι εμένα.









