Ιστορίες απο τα παλιά
Είχε χειμωνιάσει πια και τα χωράφια που φιλοξενούσαν τα καλαμπόκια είχαν μεταμορφωθεί σε χώρο προσγείωσης για τις περαστικές χήνες. Ο Νέστος ανήκει άλλωστε στο δρόμο της μετανάστευσης τους. Το μεγάλο δάσος αν και φαινομενικά περιφραγμένο και απαγορευμένο για τα μάτια του κόσμου, παρέμενε από τους αγαπημένους τόπους των λαθροκυνηγών. Πολλά πολλά δεν είχα με τα ενδότερα του δάσους, δε με έπαιρνε να το διακινδυνεύω τόσο πολύ, άλλωστε γνώριζα πως πυροβολούν ότι κινείτε εκεί μέσα.
Άναψα το τζάκι και χαμογέλασα στις δύο νυχτερίδες που είχαν μπει από την καμινάδα για να πέσουν σε χειμέριο ύπνο μέσα στη μεγάλη αίθουσα του κέντρου ενημέρωσης. Δεν θέλησα ποτέ να τις διώξω, τις αγαπάω κατά κάποιο τρόπο τις νυχτερίδες και πρώτη φορά ήρθαν τόσο κοντά μου. Οι ελάχιστοι επισκέπτες που ερχόταν ξαφνιαζόταν όταν με άκουγαν να τους λέω να προσέξουν μην τις ξυπνήσουν. Δεν ήταν πρόβλημα όμως, σπάνια έβλεπες επισκέπτες να διαβαίνουν την είσοδο. Ώρες ώρες ένιωθα σαν τους τύπους που πετούσαν τους φελούς στην διαφήμιση κάποιου ουΐσκι.









