Τα παιδιά του Οντίν: Η Ιντούνα και τα μήλα της, Πως ο Λόκι έβαλε σε κίνδυνο τους Θεούς
Στο Άσγκαρντ υπήρχε ένας κήπος, σε αυτόν τον κήπο μεγάλωνε ένα δέντρο και σε αυτό το δέντρο μεγάλωναν λαμπερά μήλα. Είναι γνωστό, πως κάθε μέρα που περνά, μας κάνει μεγαλύτερους και μας οδηγεί στη μέρα που θα είμαστε γέροι και εξασθενημένοι, με γκρίζα μαλλιά και αδύναμα μάτια. Όμως αυτά τα λαμπερά μήλα που μεγάλωναν στο Άσγκαρντ, όσοι τα έτρωγαν δε περνούσε από πάνω τους ούτε μια μέρα, γιατί αυτά τα μήλα έδιωχναν τα γηρατειά μακριά. Η Θεά Ιντούνα, καλλιεργούσε το δέντρο που έβγαζε λαμπερά μήλα. Κανένας δε μπορούσε να καλλιεργήσει αυτό το δέντρο εκτός από αυτήν που το φρόντιζε. Κανένας εκτός από την Ιντούνα δεν μπορούσε να κόψει τα λαμπερά μήλα. Κάθε πρωί τα έκοβε και τα έβαζε στο καλάθι της και κάθε μέρα οι Θεοί και οι Θεές πήγαιναν στον κήπο της για φάνε τα λαμπερά μήλα και να μείνουν για πάντα νέοι.

Η Ιντούνα δεν έφευγε ποτέ από τον κήπο της. Όλη μέρα και κάθε μέρα παρέμενε στον κήπο ή στο χρυσαφένιο σπίτι της, που βρισκόταν μέσα στον κήπο, και όλη μέρα κάθε μέρα άκουγε τον άντρα της τον Bragi, να της λέει μια ιστορία που δεν είχε ποτέ τέλος. Όμως ήρθε μια εποχή που η Ιντούνα και τα μήλα της χάθηκαν από το Άσγκαρντ, και οι Θεοί και οι Θεές ένιωσαν τα γηρατειά να έρχονται. Όμως ας δούμε πως συνέβη αυτό.
Ο Οντίν, ο Πατέρας των Θεών, πήγαινε συχνά στη γη των ανθρώπων να δει τι κάνουν. Μια φορά πήρε και το Λόκι μαζί του. Για μεγάλο διάστημα ταξίδευαν στον κόσμο των ανθρώπων. Τέλος φτάσανε κοντά στο Jotunheim, το βασίλειο των Γιγάντων.
Ήταν μια ψυχρή και γυμνή περιοχή. Δεν φύτρωνε τίποτα εκεί, δεν είχε καν θάμνους με καρπούς. Δεν υπήρχαν πουλιά ούτε ζώα. Όπως διέσχιζαν την περιοχή ο Οντίν, ο Πατέρας των Θεών, και ο Λόκι ένιωσαν να πεινάνε. Όμως σε όλη την ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαν να φάνε.
Ο Λόκι, έτρεχε από εδώ, έτρεχε από εκεί, έφτασε τελικά κοντά σε μια αγέλη άγριων βοδιών. Σύρθηκε κοντά τους, έπιασε ένα μικρό ταύρο και τον σκότωσε. Στη συνέχεια έκοψε τη σάρκα σε κομμάτια κρέατος. Άναψε μια φωτιά και έβαλε το κρέας σε μια σούβλα για να ψηθεί. Ενώ το κρέας ψηνόταν, ο Οντίν, ο Πατέρας των Θεών, καθόταν παραπέρα και σκεφτόταν όσα είδε στη γη των ανθρώπων.
Ο Λόκι, ήταν απασχολημένος βάζοντας όλο και περισσότερα κούτσουρα στη φωτιά. Τελικά φώναξε τον Οντίν, και ο Πατέρας των Θεών πήγε και κάθισε κοντά στη φωτιά για να γευματίσει.
Όμως, όταν το κρέας βγήκε απο τη σούβλα και ο Οντίν προσπάθησε να το κόψει, είδε πως ήταν ακόμα ωμό. Χαμογέλασε στον Λόκι που νόμιζε πως το κρέας είχε ψηθεί, και ο Λόκι στεναχωρέθηκε που είχε κάνει λάθος, έβαλε το κρέας στη σούβλα και περισσότερα ξύλα στη φωτιά. Αργότερα ο Λόκι ξανάβγαλε το κρέας απο τη σούβλα και φώναξε τον Οντίν για να φάνε.
Οταν ο Οντίν πήρε το κρέας που του έδωσε ο Λόκι, είδε πως ήταν τόσο ωμό σαν να μη το είχε βάλει ποτέ στη φωτιά. “Μήπως μου κάνεις πλάκα, Λόκι;” είπε.
Ο Λόκι ήταν τόσο θυμωμένος που ήταν άψητο το κρέας και ο Οντίν κατάλαβε πως δε του κάνει πλάκα. Πάνω στην πείνα του οργίστηκε με το κρέας και τη φωτιά. Έβαλε ξανά το κρέας στη σούβλα και περισσότερα ξύλα στη φωτιά. Κάθε ώρα έβλεπε το κρέας, βεβαιωνόταν ότι έχει ψηθεί πλέον, και κάθε φορά που το έβγαζε απο τη φωτιά, ο Οντίν έβρισκε πως το κρέας ήταν το ίδιο ωμό με την πρώτη φορά που το είχε βγάλει από τη φωτιά.

Άρχισε να χαράζει και πήγε να βγάλει το κρέας ξανά. Όπως το σήκωσε από τη φωτιά, άκουσε τον αέρα να σφυρίζει πάνω από το κεφάλι του. Κοίταξε ψηλά και είδε έναν δυνατό αετό, το μεγαλύτερο αετό που είχε δει ποτέ στον ουρανό. Ο αετός έκανε κύκλους και φτερούγιζε πάνω απο το κεφάλι του Λόκι. “Δε μπορείς να μαγειρέψεις το φαγητό;” κραύγασε ο αετός.
“Δε μπορώ να το μαγειρέψω”, είπε ο Λόκι.
“Θα στο μαγειρέψω εγώ, αν μου δώσεις ένα μερίδιο”, κραύγαζε ο αετός
“Έλα τότε και μαγείρεψε το για μένα”, αποκρίθηκε ο Λόκι.
Ο αετός έκανε κύκλους μέχρι που έφτασε πάνω απο τη φωτιά. Ανεβοκατέβασε τις τεράστιες φτερούγες του πάνω στη φωτιά και οι φλόγες ολοένα και μεγάλωναν. Μια θερμότητα που ο Λόκι δεν είχε νιώσει ως τώρα ερχόταν απο τα ξύλα που καιγόντουσαν. Σε ένα λεπτό έβγαλε το κρέας από τη φωτιά και είδε πως είχε καλοψηθεί.
“Το μερίδιο μου, το μερίδιο μου, δώσε μου το μερίδιο μου” του φώναξε ο αετός. Φτερούγισε χαμηλά και άρπαξε αμέσως ένα μεγάλο κομμάτι κρέας και το το καταβρόχθισε. Μετά άρπαξε ένα άλλο κομμάτι και καταβρόχθιζε, άρπαζε το ένα κομμάτι μετά το άλλο μέχρι να μη μείνει καθόλου κρέας για το γεύμα του Λόκι.
Όπως ο αετός άρπαζε το τελευταίο κομμάτι, ο Λόκι εξαγριώθηκε. Έπιασε τη σούβλα πάνω στην οποία είχε μαγειρευτεί το κρέας, και την έμπηξε στον αετό. Ακούστηκε ένας θόρυβος που έμοιαζε σαν να είχε χτυπήσει κάτι μεταλλικό. Το ξύλο της σούβλας δεν έβγαινε από το σώμα του αετού. Όμως ο Λόκι δεν άφηνε τη σούβλα από το χέρι του. Ξαφνικά ο αετός σηκώθηκε στον αέρα παρασύροντας μαζί του το Λόκι που κρατούσε τη σούβλα, η οποία, ήταν καρφωμένη στο στήθος του αετού.
Πρίν να καταλάβει τι συμβαίνει ο Λόκι, βρισκόταν μίλια μακριά, ψηλά στον αέρα και ο αετός τον οδηγούσε προς το Jotunheim, το Βασίλειο των Γιγάντων. Και ο αετός κραύγαζε, “Λόκι, φίλε Λόκι, σε έχω τελικά, εσύ ήσουν που εξαπάτησες τον αδερφό μου και δεν πήρε την αμοιβή του για την κατασκευή του τείχους γύρω από το Άσγκαρντ. Όμως Λόκι, σε έπιασα τελικά. Μάθε τώρα ότι ο Γίγαντας Thiassi σε έπιασε, ω Λόκι εσύ που είσαι ο πιο πανούργος Κάτοικος στο Άγκαρντ.”
Έτσι ο αετός κραύγαζε όπως πετούσε με το Λόκι προς το Jotunheim, το Βασίλειο των Γιγάντων. Περάσαν το ποτάμι που χωρίζει το Jotunheim από το Midgard, τον Κόσμο των Ανθρώπων. Πλέον ο Λόκι έβλεπε ένα απαίσιο μέρος από κάτω του, μια γη από πάγο και βράχους. Τεράστια βουνά υπήρχαν εκεί: δε φωτιζόταν ούτε απο τον ήλιο ούτε από τη σελήνη, αλλά από στήλες φωτιάς που έβγαιναν από σχισμές της γης ή από τις κορυφές των βουνών.
Πάνω από ένα μεγάλο παγόβουνο ο αετός άρχισε να αιωρείται. Ξαφνικά τίναξε τη σούβλα απο το στήθος του και ο Λόκι έπεσε πάνω στον πάγο. Ο αετός του φώναξε “Δες τη δεξιότεχνία της δύναμης μου, τη μεγαλύτερη επιδεξιότητα από όλων των Κατοίκων στο Άσγκαρντ”. Ο αετός άφησε το Λόκι εκεί και πέταξε με ένα φτερούγισμα στα βουνά.
Ο Λόκι ήταν πραγματικά δυστυχισμένος πάνω σε εκείνο το παγόβουνο. Το κρύο ήταν θανατηφόρο. Δε γινόταν να πεθάνει εκεί, γιατί ήταν ένας από τους Κατοίκους του Άσγκαρντ και ο θάνατος δε θα ερχόταν με αυτόν τον τρόπο. Μπορεί να μη πέθαινε, όμως ένιωθε δεσμευμένος σε αυτό το παγόβουνο με παγωμένες αλυσίδες.
Την επόμενη μέρα, ήρθε ο δεσμοφύλακας του, όχι σαν αετός αυτή τη φορά, αλλά με την κανονική εμφάνιση του, ήταν ο Γίγαντας Thiassi.
“Θέλεις να αφήσεις το παγόβουνο σου Λόκι” είπε, “και να επιστρέψεις στον ευχάριστο τόπο σου στο Άσγκαρντ; Νιώθεις ευχαρίστηση στο Άσγκαρντ, παρόλο που μόνο κατά το ήμισυ ανήκεις στους Θεούς; Ο πατέρας σου Λόκι, ήταν ο Γίγαντας του Ανέμου.”
“Ω, μπορώ να φύγω από αυτό το παγόβουνο;” είπε ο Λόκι, με τα δάκρυα να παγώνουν στο πρόσωπο του.
“Μπορείς να φύγεις, όταν μου δείξεις πως είσαι έτοιμος να πληρώσεις τα λύτρα σου, σε εμένα” είπε ο Thiassi. “Θα πρέπει να μου φέρεις τα λαμπερά μήλα που κρατάει η Ιντούνα στο καλάθι της.”
“Δε μπορώ να σου φέρω τα μήλα της Ιντούνα, Thiassi” είπε ο Λόκι.
“Τότε μείνε πάνω στο παγόβουνο” είπε ο Γίγαντας Thiassi. Έφυγε και άφησε εκεί το Λόκι με τους απαίσιους αέρηδες να τον χαστουκίζουν σαν χτυπήματα από σφυρί.
Όταν ξανάλθε ο Thiassi και του μίλησε για τα λύτρα του, ο Λόκι είπε “Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να πάρεις τα λαμπερά μήλα από την Ιντούνα.”
“Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος, κατεργάρη Λόκι” είπε ο Γίγαντας.
“Η Ιντούνα, παρόλο που προστατεύει καλά τα λαμπερά μήλα, είναι ευκολόπιστη” είπε ο Λόκι. “Ίσως να καταφέρω να την πείσω να πάει έξω απο το τείχος του Άσγκαρντ. Αν πάει, θα πάρει μαζί της τα λαμπερά μήλα γιατί ποτέ δεν τα αφήνει από τα χέρια της, εκτός από όταν τα δίνει στους Θεούς και τις Θεές για να τα φάνε.”
“Τότε, φρόντισε ώστε να βγει έξω από το τείχος του Άσγκαρντ”, είπε ο Γίγαντας. “Αν βγει έξω απο το τείχος θα μπορέσω να της πάρω τα μήλα. Ορκίσου στο Δέντρο του Κόσμου ότι θα δελεάσεις την Ιντούνα να βγει έξω από το τείχος. Ορκίσου το Λόκι, και θα σε αφήσω να φύγεις.”
“Το ορκίζομαι στο Ygdrassil, το Δέντρο του Κόσμου, ότι θα δελεάσω την Ιντούνα να βγει έξω από τό τείχος του Άσγκαρντ αν με πάρεις από αυτό το παγόβουνο”, είπε ο Λόκι.
Τότε ο Thiassi μεταμορφώθηκε σε μεγάλο αετό και άρπαξε τον Λόκι με τα νύχια του, πέταξε μαζί του πέρα από το ποτάμι που χωρίζει την Jotunheim, το Βασίλειο των Γιγάντων, από το Midgard, τον Κόσμο των Ανθρώπων. Άφησε το Λόκι στα εδάφη του Midgard και ο Λόκι πήρε το δρόμο για το Άσγκαρντ.
Ο Οντίν είχε ήδη επιστρέψει και είχε πει στους Κατοίκους του Άσγκαρντ για την προσπάθεια του Λόκι να μαγειρέψει το μαγεμένο κρέας. Όλοι γελούσαν στη σκέψη ότι ο Λόκι με όλη την κατεργαριά του έμεινε πεινασμένος. Όταν έφτασε στο Άσγκαρντ έμοιαζε τόσο καταβεβλημένος, που νόμιζαν πως ήταν επειδή ο Λόκι δεν είχε τίποτα να φάει. Γελούσαν μαζί του όλο και περισσότερο, όμως τον πήγαν στην Αίθουσα των Συμποσίων και του έδωσαν τα καλύτερα φαγητά και κρασί από την κούπα του Οντίν. Όταν τελείωσε το συμπόσιο οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ πήγαν στον κήπο της Ιντούνα όπως ήταν το έθιμο.
Εκεί έμενε η Ιντούνα στο χρυσαφένιο σπίτι της που βρισκόταν στον κήπο της. Όταν είχε πάει στον κόσμο των ανθρώπων, όποιος την κοίταζε θα θυμόταν πάντα την αθωότητα της, έμοιαζε τόσο αγνή και καλή. Είχε γαλανά μάτια σαν το γαλάζιο του ουρανού και χαμογελούσε όταν θυμόταν όμορφα πράγματα που είχε δει ή είχε ακούσει. Το καλάθι με τα λαμπερά μήλα ήταν δίπλα της.
Η Ιντούνα έδωσε ένα λαμπερό μήλο σε κάθε Θεό και σε κάθε Θεά. Όποιος έτρωγε το μήλο που του έδινε, χαιρόταν στη σκέψη πως δε θα μοιάζει ούτε μια μέρα μεγαλύτερος. Τότε ο Οντίν, ο Πατέρας των Θεών, είπε το μαγικό ποίημα που έλεγε πάντα δοξάζοντας την Ιντούνα και οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ έφυγαν από τον κήπο της Ιντούνα, πηγαίνοντας στα λαμπερά σπίτια τους.
Όλοι έφυγαν εκτός από τον Λόκι. Ο Λόκι κάθησε στον κήπο κοιτώντας την αγνή και απλή Ιντούνα. Μετά από λίγο του μίλησε και είπε “Γιατί είσαι ακόμα εδώ σοφέ Λόκι;”
“Για να παρατηρήσω τα μήλα σου” είπε ο Λόκι. “Αναρωτιέμαι αν τα μήλα που είδα χθες είναι τόσο λαμπερά όπως τα μήλα που υπάρχουν στο καλάθι σου.”
“Δεν υπάρχουν μήλα στον κόσμο που να λάμπουν σαν τα δικά μου”, είπε η Ιντούνα.
“Τα μήλα που είδα ήταν πιο λαμπερά”, είπε ο Λόκι. “Ναι, και είχαν καλύτερο άρωμα Ιντούνα.”
Η Ιντούνα μπερδεύτηκε με αυτό που της είπε ο Λόκι, που τον θεωρούσε τόσο σοφό. Τα μάτια της γεμίσαν δάκρυα στη σκέψη ότι μπορεί να υπήρχαν πιο λαμπερά μήλα στον κόσμο από τα δικά της. ” Ω! Λόκι”, είπε, “δε γίνεται αυτό. Δεν υπάρχουν μήλα που να λάμπουν περισσότερο και να μυρίζουν τόσο γλυκά όσο τα μήλα που κόβω από το δέντρο του κήπου μου.”
“Πήγαινε τότε να δεις” είπε ο Λόκι. “Λίγο έξω από το Άσγκαρντ υπάρχει το δέντρο που έχει τα μήλα που είδα. Ποτέ δεν φεύγεις από τον κήπο σου Ιντούνα, και δε γνωρίζεις τι φυτρώνει στον κόσμο. Πήγαινε έξω από το Άσγκαρντ και δες.”
“Θα πάω, Λόκι” είπε η αγνή και απλή Ιντούνα.
Η Ιντούνα βγήκε έξω από το Άσγκαρντ. Πήγε στο μέρος που ο Λόκι της είπε ότι μεγαλώνουν τα μήλα. Όμως όπως έψαχνε εδώ και εκεί, η Ιντούνα άκουσε ένα φτερούγισμα πάνω από το κεφάλι της. Κοίταξε ψηλά, και είδε ένα μεγάλο αετό, το μεγαλύτερο αετό που υπήρξε ποτέ στον ουρανό.
H Ιντούνα στράφηκε προς την πύλη του Άσγκαρντ, όμως ο τεράστιος αετός όρμησε προς τα κάτω και η Ιντούνα ένιωσε να την αρπάζει και να τη μεταφέρει μακριά από το Άσγκαρντ, μακριά πέρα απο το Midgard που ζούσαν οι Ανθρώποι, μακριά από τους βράχους και τα χιόνια του Jotunheim. Στην άλλη πλευρά του ποταμού που κυλούσε ανάμεσα στον Κόσμο των Ανθρώπων και το Βασίλειο των Γιγάντων μεταφέρθηκε η Ιντούνα. Τότε ο αετός, πέταξε σε μια σχισμή ενός βουνού και μετέφερε την Ιντούνα σε μια σπληλαιώδη αίθουσα φωτισμένη με στήλες φωτιάς που έκαιγαν απο τη γη.
Τότε ο αετός άφησε την Ιντούνα να πέσει στο έδαφος της σπηλιάς. Οι φτερούγες και τα πούπουλα έπεσαν από πάνω του και είδε ότι την είχε απαγάγει ένας τρομερός Γίγαντας.
“Ω, γιατί με πήρες απο το Άσγκαρντ και με έφερες σε αυτό το μέρος;” κλαψούρισε η Ιντούνα.
“Γιατί θέλω να φάω τα λαμπερά σου μήλα Ιντούνα”, είπε ο Γίγαντας Thiassi.
“Αυτό δε θα γίνει ποτέ γιατί δε θα σου τα δώσω”, είπε η Ιντούνα.
“Δώσε μου να φάω τα μήλα και θα σε γυρίσω πίσω στο Άσγκαρντ.”
“Όχι, όχι, αυτό δε μπορεί να γίνει. Μου εμπιστεύτηκαν τα λαμπερά μήλα και μπορώ να τα δώσω μόνο στους Θεούς.
“Τότε θα πάρω τα μήλα μόνος μου”, είπε ο Γίγαντας Thiassi.
Πήρε το καλάθι από τα χέρια της και το άνοιξε. Όμως όταν άγγιξε τα μήλα συρρικνώθηκαν στα χέρια του. Τα άφησε στο καλάθι και άφησε το καλάθι κάτω, ήξερε πλέον ότι τα μήλα δε θα του έκαναν καλό εκτός κι αν του τα έδινε η Ιντούνα με τα χέρια της.
“Θα πρέπει να μείνεις εδώ μαζί μου μέχρι να μου δώσεις τα λαμπερά μήλα”, της είπε.
Τότε, η ταπεινή Ιντούνα φοβήθηκε, φοβήθηκε την παράξενη σπηλιά, φοβήθηκε τη φωτιά που έβγαινε από τη γη, και φοβήθηκε τον τρομακτικό Γίγαντα. Όμως περισσότερο απ’ όλα, φοβήθηκε το κακό που θα πάθαιναν οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ αν δεν επέστρεφε για να τους δώσει να φάνε τα λαμπερά μήλα.
Ο Γίγαντας πήγε ξανά κοντά της. Όμως η Ιντούνα δεν του έδινε τα λαμπερά της μήλα. Και εκεί στη σπηλιά που έμενε, ο Γίγαντας την ανησυχούσε κάθε μέρα. Και γινόταν όλο και περισσότερο φοβισμένη γιατί έβλεπε στα όνειρα της τους Κατοίκους του Άσγκαρντ να πηγαίνουν στον κήπο της, να πηγαίνουν εκεί και να μην είναι εκεί για να τους δώσει τα λαμπερά μήλα, να νιώθουν και να βλέπουν την αλλαγή πάνω τους και πάνω στους άλλους.
Ήταν όπως το έβλεπε η Ιντούνα στα όνειρα της. Κάθε μέρα οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ πήγαιναν στον κήπο της, ο Οντίν και ο Θώρ, ο Hodur και ο Baldur, ο Tyr και ο Heimdall, ο Vidar και ο Vali, με τη Frigga, τη Freya, τη Nanna, και τον Sif. Δεν υπήρχε κανείς να κόψει τα μήλα απο το δέντρο τους. Και η αλλαγή ξεκίνησε πάνω στους Θεούς και στις Θεές.
Δεν περπατούσαν πλέον ξέγνοιαστα, οι ώμοι τους κύρτωσαν, τα μάτια τους δεν ήταν πια τόσο φωτεινά όπως οι δροσοσταλίδες. Και όταν κοίταζαν ο ένας τον άλλο έβλεπαν την αλλαγή. Τα γηρατειά ερχόταν στους Κατοίκους του Άσγκαρντ.
Ήξεραν πως θα έρθει ο καιρός που η Frigga θα γκριζάρει και θα γεράσει, που τα χρυσά μαλλιά του Sif θα ξεθωριάσουν, που ο Οντίν δε θα είχε πια τη διάφανη σοφία του, και που ο Θωρ δε θα είχε αρκετή δύναμη να ρίχνει τα αστροπελέκια του. Και οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ ένιωθαν θλιμμένοι με αυτή τη σκέψη. Τους φαινόταν ότι όλη η λαμπρότητα είχε φύγει απο τη λαμπερή τους Πόλη.
Πού ήταν η Ιντούνα που τα μήλα της θα έδιναν πίσω νιάτα, δύναμη και ομορφιά στους Κατοίκους του Άσγκαρντ; Οι Θεοί την έψαχναν ανάμεσα στον Κόσμο των Ανθρώπων. Δεν βρήκαν ίχνη της πουθενά. Όμως πια ο Οντίν, έψαχνε μέσω της σοφίας του, να δει κάποιο σημάδι για το που κρυβόταν η Ιντούνα.
Κάλεσε τα δυο κοράκια του, τον Hugin και τον Munin, τα δυο κοράκια του που διέσχιζαν τη γη και το Βασίλειο των Γιγάντων και γνωρίζαν το παρελθόν και το μέλλον. Κάλεσε τον Hugin και τον Munin και ήλθαν, και το ένα κάθησε στο δεξί του ώμο και το άλλο στον αριστερό του ώμο και του είπαν βαθιά μυστικά: του είπαν για τον Thiassi και τόν πόθο του για τα λαμπερά μήλα που έτρωγαν οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ. Του είπαν για το πως εξαπάτησε ο κατεργάρης Λόκι την αγνή και απλή Ιντούνα.
Ο Οντίν μετέφερε αυτά που του είπαν τα κοράκια στο Συμβούλιο των Θεών. Τότε ο Θωρ ο Δυνατός πήγε και έπιασε τον Λόκι με τα χέρια του. Όταν ο Λόκι ένιωσε να τον σφίγγει ο δυνατός Θεός ψέλισε, “Τί θέλεις απο μένα Θωρ;”
“Θα σε εκσφενδονίσω σε μια χαράδρα του εδάφους και θα σε χτυπήσω με τον κεραυνό μου” είπε ο δυνατός Θεός. “Εξαιτίας σου απήγαγαν την Ιντούνα από το Άσγκαρντ.”
“Ω! Θωρ” είπε ο Λόκι, “μη με χτυπήσεις με τον κεραυνό σου. Άφησε με να μείνω στο Άσγκαρντ. Θα προσπαθήσω να φέρω πίσω την Ιντούνα.”
“Η δικαιοσύνη των Θεών” είπε ο Θωρ, “είσαι εσύ αυτός, ο πανούργος, που πρέπει να πάει στο Jotunheim, και που με κατεργαριά θα κερδίσει πίσω την Ιντούνα από τους Γίγαντες. Πήγαινε αλλιώς θα σε χώσω σε μια σχισμή και θα σου ρίξω τον κεραυνό μου.”
“Θα πάω”, είπε ο Λόκι.
Από τη Frigga, τη γυναίκα του Οντίν, ο Λόκι δανείστηκε τη φορεσιά της από πούπουλα γερακιού. Το φόρεσε και πέτασε ως το Jotunheim με τη μορφή γερακιου.
Έψαξε στο Jotunheim μέχρι που βρήκε την κόρη του Thiassi, τη Skadi. Πέταξε γύρω από την Skadi και άφησε την κόρη του Γίγαντα να τον πιάσει και να τον κρατήσει ως κατοικίδιο. Μια μέρα, ο Γίγαντας τον πήρε μαζί του στη σπηλιά που κρατούσε την αγνή και απλή Ιντούνα.
Όταν ο Λόκι είδε την Ιντούνα, ήξερε ότι ένα μέρος της αναζήτησης του είχε τελειώσει. Τώρα θα έπρεπε να πάρει την Ιντούνα μακριά, να την πάει στο Άσγκαρντ. Δεν έμεινε άλλο με τον Γίγαντα, αλλά πέταξε στα ψηλά βράχια της σπηλιάς. Η Skadi έκλαψε που πέταξε μακριά το κατοικίδιο της, αλλά σταμάτησε να ψάχνει και να φωνάζει και έφυγε μακριά από τη σπηλιά.
Τότε ο Λόκι, ο πράττων το καλό και πράττων το κακό, πέταξε εκεί που καθόταν η Ιντούνα και της μίλησε. Η Ιντούνα, όταν κατάλαβε πως ένας από τους Κατοίκους του Άσγκαρντ ήταν κοντά της, έκλαψε από χαρά.
Ο Λόκι της είπε τι είχε κάνει. Με τη δύναμη μιας μαγικής επίκλησης που του είχε δοθεί ήταν ικανός να τη μεταμορφώσει σε σπουργίτι. Όμως πριν μεταμορφωθεί πήρε τα λαμπερά μήλα από το καλάθι της και τα πέταξε σε σημεία που οι Γίγαντες δε θα μπορούσαν ποτέ να τα βρουν.
Η Skadi, επέστρεψε στη σπηλιά και είδε το γεράκι να πετάει μακριά με ένα σπουργίτι δίπλα του. Πήγε στον πατέρα της κλαίγοντας και ο Γίγαντας κατάλαβε ότι το γεράκι ήταν ο Λόκι και το σπουργίτι η Ιντούνα. Τότε μεταμορφώθηκε σε τεράστιο αετό. Εκείνη την ώρα το σπουργίτι και το γεράκι ήταν έξω από το οπτικό του πεδίο, όμως ο Thiassi, ήξερε ότι μπορούσε να πετάξει γρηγορότερα από αυτούς μέχρι το Άσγκαρντ.
Σύντομα τους είδε. Πετούσαν με όλη τη δύναμη τους, όμως τα τεράστια φτερά του αετού τους έφερναν όλο και πιο κοντά του. Οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ, που περίμεναν στο τείχος, έβλεπαν το γεράκι και το σπουργίτι με τον τεράστιο αετό να τους καταδιώκει. Ήξεραν ποιοί ήταν, ο Λόκι με την Ιντούνα και ο Thiassi που τους καταδίωκε.
Όπως έβλεπαν τον αετό να φτερουγίζει όλο και πιο κοντά, οι Κάτοικοι του Άσγκαρντ φοβήθηκαν ότι θα πιάσει το γεράκι και το σπουργίτι, και ο Thiassi θα απαγάγει ξανά την Ιντούνα. Άναψαν μεγάλες φωτιές πάνω στο τείχος, γνωρίζοντας πως ο Λόκι θα μπορέσει να βρει το δρόμο ανάμεσα από τις φωτιές και θα έφερνε την Ιντούνα μαζί του, όμως ο Thiassi δε θα μπορούσε να βρει το δρόμο.
Το γεράκι και το σπουργίτι πετούσαν ανάμεσα στις φωτιές. Ο Λόκι έβρισκε το δρόμο ανάμεσα στις φωτιές και η Ιντούνα τον ακολουθούσε. Ο Thiassi έφτασε στις φωτιές, όμως δεν έβρισκε δρόμο να περάσει και χτυπούσε τα φτερά του στις φλόγες. Έπεσε από το τείχος και ο θάνατος τον βρήκε κυνηγώντας το Λόκι.
Έτσι η Ιντούνα επέστρεψε στο Άσγκαρντ. Έμεινε ξανά στο χρυσό της σπίτι που άνοιγε στον κήπο της, έκοβε ξανά τα λαμπερά μήλα από το δέντρο που φρόντιζε, και τα πρόσφερε και πάλι στους Κατοίκους του Άσγκαρντ που έγιναν πάλι φωτεινοί και η λάμψη γύρισε στα μάτια τους και τα μάγουλά τους. Το γήρας δεν τους απειλούσε πλέον, η νεότητα επέστρεψε, η λάμψη και η ευχαρίστηση γύρισε ξανά πίσω στο Άσγκαρντ.
Το κείμενο αποτελεί μια προσωπική προσπάθεια ελεύθερης μετάφρασης του βιβλίου που κυκλοφόρησε το 1920 με τίτλο “The Children of Odin” από τον συγγραφέα Padraic Colum.
Τα παιδιά του Οντίν
Μέρος Πρώτο: Οι κάτοικοι της Άσγκαρντ
- Μια φορά κι ένα καιρό
- Η κατασκευή του τείχους
- Η Ιντούνα και τα μήλα της, Πως ο Λόκι έβαλε σε κίνδυνο τους Θεούς
Photo (πριν τους αλλάξω τον αδόξαστο) by gracey and gms








3 σχόλια στο “Τα παιδιά του Οντίν: Η Ιντούνα και τα μήλα της, Πως ο Λόκι έβαλε σε κίνδυνο τους Θεούς”
Derek
είναι πράγματι καταπληκτικό
ξέρεις αν έχει εκδοθεί κάποια σχετική μετάφραση στα Ελληνικά της συγκεκριμένης ιστορίας?
magica
δε νομίζω…
γι’ αυτό και ξεκίνησα να το μεταφράζω
πράσινο ποδήλατο
Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό.
Μακάρι να μην σταματήσεις ποτέ….να χαιδεύεις γλυκά την ψυχή με τα παραμύθια που μας χαρίζεις
Trackbacks
Link for trackback: