Αλβανοί…
Βάζει που λες ο άνεμος τα καλά του κι αρχίζει και φυσά σα μανιακός. Μας έπαιρνε και μας σήκωνε εκείνο το πρωινό στη Χαλκιδική.
Χειμώνας ήτανε ακόμα, μα τέλειωνε. Βροχές δεν είχε όμως, το χώμα ήταν στεγνό και διψασμένο. Κυριακή πρωί. Άνθρωπο σπάνια έβλεπες να περνά τριγύρω. Τι να’ κάναν άλλωστε;
Ο καθάριος μπλε ουρανός πήρε να μαυρίζει κάποια στιγμή. Τα ρουθούνια μου γεμίσαν καπνό. Φωτιά σκέφτηκα και τρόμαξα. Γύρω μου βλέπεις υπήρχε δάσος, όσο πρόλαβε να γλυτώσει από τη μεγάλη φωτιά πριν λίγα χρόνια.
Βγήκα σε δυο λεπτά από το κτήμα και κατευθύνθηκα με γρήγορα βήματα προς το γειτονικό ελαιώνα από όπου έβγαινε ο καπνός. Θα μας κάψουν τα γομάρια σκεφτόμουν όπως έβλεπα τον πυκνό καπνό να στρέφεται προς το δάσος.
Μια ομάδα αντρών έσερνε κομμένα κλαδιά από τις ελιές και τα ‘ριχνε στη φουντωμένη φωτιά που χόρευε ταγκό μαζί με τον δυνατό άνεμο. Παραδίπλα έστεκε ένα τζιπάκι με ελληνικές πινακίδες, Θεσσαλονίκης. Ξένοι ήταν οι εργάτες μα δε το σκέφτηκα πολύ και ρώτησα στα ελληνικά ποιος είναι ο υπεύθυνος. Οι περισσότεροι με κοιτούσαν ξαφνιασμένοι και αμίλητοι. Τελικά πετάχτηκε από το τσούρμο ένα παληκάρι λίγο μικρότερο μου και ήρθε να μου μιλήσει.
Εκεί κάτω είναι μου είπε και του ζήτησα να πάει να τον φωνάξει. Μου’ρθε συνάμενος, κουνάμενος με το αλυσοπρίονο στο χέρι σα να μην έτρεχε τίποτα. Σαλονικιός ήτανε. Τι κάνεις του λέω άγρια, βάλθηκες να μας κάψεις πάλι; Δεν τον βλέπεις τον αέρα που φυσάει σαν τρελός μωρέ; Δεν είχα άλλη ευκαιρία μου λέει, από τη Θεσσαλονίκη έρχομαι και τις καθημερινές δουλεύω. Κι επειδή δουλεύεις εσύ τις καθημερινές το βάλες σκοπό να μας κάψεις το Σαββατοκύριακο; του απαντάω. Προσέχουμε μου είπε προσπαθώντας να δικαιολογηθεί. Η φωτιά ψηλή σα θεριό είναι χωρίς κανέναν να την επιβλέπει και γεμάτη μεγάλα κλαδιά, έτσι προσέχεις; του αντιγύρισα. Φώναξε εκείνη την ώρα στους εργάτες να μη φουντώνουν τη φωτιά και να μένει κάποιος να την προσέχει. Πρόσεχε καλά του είπα, εδώ απέναντι θα είμαι και καλώ πυροσβεστική και αστυνομία χωρίς άλλη κουβέντα αν ξαναδυναμώσει η φωτιά.
Γύρισα να φύγω και λίγο πριν βγω από τον ελαιώνα με πρόλαβε ο νεαρός εργάτης που είχε φωνάξει τον ιδιοκτήτη του κτήματος. Εγώ δεν είμαι Έλληνας, Αλβανός είμαι. Δεν ήθελα να βάλουμε φωτιά σήμερα μου είπε. Ανησυχώ. Στη μεγάλη φωτιά φύλαγα πρόβατα σε μια στάνη στο βουνό και παραλίγο να καώ, τελευταία στιγμή κατάφερα να βρω δρόμο να βγω από το βουνό. Ξέρω πως είναι, εδώ μένω. Δεν είναι μέρα για φωτιά σήμερα, δίκιο έχεις. Μετά τη φωτιά δεν έχει πολλές δουλειές πια και γι’αυτό ήρθα εδώ σήμερα. Κι αυτό το τελευταίο μου το ‘πε σχεδόν απολογητικά, σα να ντρεπόταν που αναγκαζόταν να βάλει φωτιά με τόσο αέρα.
Μιλήσαμε λίγη ώρα ακόμα κι όπως γυρνούσα στο δικό μας κτήμα σκεφτόμουν πως αυτός ο Αλβανός πονούσε περισσότερο αυτό τον τόπο από τον Έλληνα. Κι ας μην ήταν αυτή η γη δική του στα χαρτιά. Τον εμπιστευόμουν περισσότερο από τον Έλληνα.








2 σχόλια στο “Αλβανοί…”
Katerina
Mπέσσα για μπέσσα..
Ασε που ζουν ακόμα πιο κοντά στη φύση από εμάς…
Ειρήνη
εχεις δικιο και μπραβο που το αναφερεις αυτο το γεγονος.
ειναι σημαντικο ο ανθρωπος να αντιλαμβανεται τους αλλους οπως εσυ, σχηματιζοντας την δικη του γνωμη και οχι εχοντας απλα υιοθετησει γνωμες και εμπειριες αλλων.
προφανως καποιοι σεβονται λιγο παραπανω αυτον τον τοπο και ας μην γεννηθηκαν εδω διοτι η ψυχη ταμπελες δεν εχει.
Trackbacks
Link for trackback: